Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ



























Στο Διγενή Ακρίτα αποκορυφώνονται οι πόθοι
και τα ιδεώδη του Ελληνικού έθνους, διότι
σε αυτόν, συμβολίζεται η μακρόχρονη
και άληκτη πάλη του Ελληνικού προς το
μουσουλμανικό κόσμο.
                       Ν.Γ.Πολίτης(περί του εθνικού έπους των νεοτέρων ελλήνων)


 Κατά το Ακριτικό έπος, ο Διγενής Ακρίτας αφού υπέταξε όλες τις πόλεις και τις χώρες των ανταρτών, έχτισε δίπλα στον Ευφράτη ποταμό θαυμαστό παλάτι, όπου κατοίκησε. Βαρειά ασθένεια τον βρήκε όμως και αισθανόμενος κοντά το θάνατο, κάλεσε κοντά τη γυναίκα του, που πέθανε κι αυτή απο τη λύπη της.
  Στα δημοτικά τραγούδια, πεθαίνει μετά απο πάλη με το χάρο. Αλλά οι διάφορες παραλλαγές της ιστορίας του Διγενή, παρουσιάζουν διάφορους τρόπους θανάτου του ήρωα, εκ των οποίων ίχνη διακρίνονται και στις διασκευές του έπους. Σύμφωνα με τις πληρέστερες παραλλαγές, ηττημένος σε πάλη απο το χάρο, ο Διγενής είναι στο κρεβάτι περιμένοντας το θάνατο, τον περιστοιχίζουν δε τα παλληκάρια του, στα οποία διηγείται τα κατορθώματα του.Εκεί προσκαλεί τη σύζυγο του, και για να μην περιέλθει σε άλλο άντρα μετά το θάνατο του, την πνίγει στην αγκαλιά του.
  Σύμφωνα με άλλες παραλλαγές, ο χάρος παραμονεύει παντού για το Διγενή, ή ο Διγενής χτίζει κάστρο για να μην τον βρει ο χάρος, αλλά ούτε έτσι τον
αποφεύγει. Ή ακούγοντας απο φίλους του οτι εμφανίστηκε άλλος ήρωας(που ήταν όμως ο χάρος), προσκαλεί αυτόν σε μονομαχία, και ηττάται.
  Στην παρακάτω Κρητική παραλλαγή του τραγουδιού για τον θάνατο του Διγενή, είναι καταφανέστατη η επίδραση των Κρητικών παραδόσεων. Ο Διγενής, πήρε στην Κρήτη διαστάσεις Τιτάνος, χωρίς να διατηρεί καθόλου πλέον το ανθρώπινο στοιχείο. Και στο τραγούδι αυτό όπως και στις παραδόσεις, ο Διγενής διασκελίζει βουνά, δισκοβολεί με ογκώδεις βράχους, νικά στο δρόμο λαγούς και αίγαγρους(αγριοκάτσικα των Λευκών ορέων). Ο δε χάρος, δεν τολμά να παλέψει μαζί του, αλλά τον νικά σε ενέδρα.
                      
                             Α



Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τονε τρομάσσει.
Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέτ' ο απάνω κόσμος
κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,
κι η πλάκα τον ανατριχιά πως θα τονε σκεπάσει,
πως θα σκεπάσει τον αητό τση γης τον αντρειωμένο.
Σπίτι δεν τονε σκέπαζε, σπήλιο δεν τονε εχώρει,
Τα όρη εδιασκέλιζε, κορφές βουνού επήδα,
Χαράκι αμαδολόγαγε και ριζιμιά ξεκύνειε.
Στο βίτσιμα πιανε πουλιά, στο πέταμα γεράκια,
Στο γλάκιο και στο πήδημα τα λάφια και τ αγρίμια.
Ζηλεύει ο χάρος με χωσιά, μακρά τονε βιγλίζει,
Κι ελάβωσε του την καρδιά και την ψυχή του πήρε.

λεξιλόγιο
χαράκια=ογκώδεις πέτρες, βράχοι
αμαδολόγαγε=έπαιζε τις αμάδες, δισκοβολούσε
βίτσιμα=τίναγμα του σώματος
γλάκιο=τρέξιμο, αγώνας δρόμου
αγρίμια=άγριες αίγες, αίγαγρους.



                                     Β

Σύμφωνα με το επόμενο τραγούδι ό Διγενής πεθαίνει, ηττημένος από το χάρο σε πάλη. Ο φοβερός αντίπαλος του, περιγράφεται κατά το πρότυπο των παραστάσεων του ψυχοπομπού αρχαγγέλου Μιχαήλ στις αγιογραφίες των εκκλησιών.


Τρίτη εγεννήθη ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνει.
Πιάνει καλεί τσοι συγγενείς κι όλους τους αντρειωμένους.
Να ρθει ο Μηνάς κι ο Μαυραιλής να ρθει κι ο γιος του Δράκου,
να ρθει κι ο Τρεμαντάχειλος που τρέμει η γης κι ο κόσμος.
Κι επήγαν και τον ηύρανε στον κάμπο ξαπλωμένο.
Βογγάει τρέμουν τα βουνά, βογγεί, τρέμουν οι κάμποι
“-Σαν τι να σ ηύρε Διγενή και θέλεις να πεθάνεις;
 -Φίλοι καλώς ωρίσατε, φίλοι κι αγαπημένοι,
συχάστε και καθίσετε κι εγώ σας αφηγιέμαι.
Της Αραβίνας τα βουνά, της Σύρας τα λαγκάδια,
που κει συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν,
παρά πενήντα κι εκατό και πάλε φόβον έχουν,
κι εγώ μονάχος πέρασα, πεζός κι αρματωμένος,
με τετραπίθαμο σπαθί, με τρείς οργιές κοντάρι.
Βουνά και κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια,
νυχτιαίς χωρίς αστροφεγγιά, νυχτιές ωρίς φεγγάρι.
Και τόσα χρόνια που ζησα δω στον απάνου κόσμο
κανένα δε φοβήθηκα από τους αντειωμένους.
Τωρά ειδα έναν ξυπόλυτο και λαμπροφορεμένο,
πόχει του ρίσου τα πλουμιά, της αστραπής τα μάτια.
Με κράζει να παλέψωμε σε μαρμαρένια αλώνια,
κι όποιος νικήσει από τους δυο, να παίρνει την ψυχή του”.

Κι επήγαν κι επαλέψανε στα μαρμαρένια αλώνια,
Κι όθε χτυπάει ο Διγενής, το αίμα αυλάκι κάνει,
κι όθε χτυπάει ο χάροντας, το αίμα τράφο κάνει.


Λεξιλόγιο
Ο Μαυραιλής είναι ο σε άλλα ακριτικά τραγούδια, ονομαζόμενος Μιραλής, μιριολής, Εμιραλής, ο Εμίρης του έπους.
Τρεμαντάχειλος είναι ο Πετράχηλος του τραγουδιού των γιων του Ανδρόνικου.
Έδειρα(δέρνω)=μεταφορικά, επέρασα απανελειμένα.
Ρίσος=ο λυγξ(θηλαστικό ζώο με μεγάλη οξυδέρκεια).
Τράφος=τάφρος

Περισσότερα στοιχεία και μια πλήρη ανάλυση πάνω στους πολιτισμικούς κώδικες του δημοτικού τραγουδιού και στα τραγούδια του Χάρου όπως λέγονται, με λεπτομερή αναφορά στο θέμα του θρύλου του Διγενή, θα βρείτε στο παρακάτω άρθρο.

http://keritisriver.blogspot.gr/2013/05/Polypolitismiki-Oytopia-kai-Politismikoi-Kodikes-sto-Dimotiko-Tragoydi_10.html









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου