Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Το ριζίτικο τραγούδι, στο χρόνο και στον τόπο (Β Μέρος)


«Χωρίς νεκρούς η Λευτεριά
ζάλο ποτές δεν κάνει.
Γιατι ν’ η κατοικία τζη
στου ντουφεκιού την κάνη…»

Συνεχίζοντας το σεργιάνισμα στις στράτες του ριζίτικου τραγουδιού, όπως το ξεκινήσαμε στο Α’ μέρος του που θα βρείτε ΕΔΩ,
να θυμίσομε τα χιλιοειπωμένα μέσα από τις αράδες αυτού του ιστολογίου.
Ο πολιτισμός δεν πέφτει από τον ουρανό ούτε κατασκευάζεται στα πολιτικά παρασκήνια ή σε γραφεία στρατηγικών μελετών.
Διαμορφώνεται σε μακρά διάρκεια χρόνου από τη συμβίωση των ανθρώπων μέσα στις ιστορικές κοινωνίες και τους λαούς, ως απόσταγμα συλλογικής εμπειρίας και προϊόν σύνθεσης των αντιθέσεων. Και δεν παρουσιάζεται ποτέ ως ένα οικουμενικό σύνολο, ταυτόσημο με την αφηρημένη έννοια του «πολιτισμού».
Η κρίση του πολιτισμού, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου, εκδηλώνεται ως διατάραξη της φυσικής ισορροπίας και ως ορατός κίνδυνος ολικής οικολογικής καταστροφής.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία του ανθρώπου, κρίση που οφείλεται στη δομή και τον προσανατολισμό του δυτικού αστικού πολιτισμού, που επέβαλε σε παγκόσμια κλίμακα το μοντέλο βιομηχανικής και τεχνολογικής ανάπτυξης, καθιερώνοντας την προτεραιότητα του τεχνητού έναντι του φυσικού. Μια επιλογή ασύμβατη προς τους φυσικούς όρους διατήρησης της ζωής και συνεπώς, αδιέξοδη.
Όπως αδιέξοδο αποδείχνεται στις μέρες μας και το οικονομικό μοντέλο του ελεύθερου ανταγωνισμού κι ολόκληρη η στρατηγική της παγκοσμιοποίησης, ευανάγνωστη μετωνυμία του σύγχρονου ολοκληρωτισμού.
Μ’ αυτούς τους όρους, είναι ζωτικής σημασίας η ανθρωπότητα ν’ αναζητήσει εναλλακτικά πολιτισμικά πρότυπα για την υπέρβαση του αδιεξόδου. Και τέτοια πρότυπα ενυπάρχουν στις παραδόσεις των λαών  και βέβαια στην ελληνική λαϊκή παράδοση, που αντιπροσωπεύει την αρχαιότερη και μακροβιότερη εκδοχή του μεσογειακού πολιτισμικού προτύπου.
Υπενθυμίσεις, από το άρθρο μας «Πολιτισμικοί κώδικες στο δημοτικό τραγούδι»,
όπου είχαμε αναφερθεί στην ανάγκη ενός αφιερώματος στο ριζίτικο τραγούδι, απέναντι στην εκμετάλευση και την καπηλεία που αυτό υφίσταται στον καιρό μας.
Αλλά και καθώς αποτελεί ανάχωμα, μέσα στα πλαίσια του λαικού μας πολιτισμού,
απέναντι στο τέλμα του ψευτοπολιτισμού της τεχνοκρατικής υποκουλτούρας και του οικονομικού ολοκληρωτισμού. 
Και πριν επέλθει η ολοκληρωτική καταστροφή οικολογική, θεσμών και αξιών που νομοτελειακά αυτός μας οδηγεί, ο επαναπροσδιορισμός της εθνικής ταυτότητας και των αξιακών μας προτύπων, είναι εφικτός μέσα από το Λαικό πολιτισμό και την Ελληνική Παράδοση.
Αξίες κατασταλαγμένης σοφίας, δομημένες στην πορεία του χρόνου, μέσα από την αρμονική και άρρηκτα δεμένη σχέση του ανθρώπου και του τόπου και του πολιτισμού του με τη φύση.
Όπως θα τις διακρίνομε ατόφιες μέσα από τη συνέχιση της ροής του αφιερώματος στο ριζίτικο τραγούδι.

                                              --//--

                       
Παλληκαριά χωρίς τη φρονιμάδα μοιάζει περίπου σαν την τρέλλα, γι αυτό βάση της σταθερή, που ξεκινά κάθε μεγάλη πράξη, στέκεται πάντοτε η αρετή.
 Ο αντρειωμένος είναι το ίνδαλμα του λαού που ποτέ δεν ξεπέφτει στη συνείδησή του, όσες συμφορές κι αν τον βρούν, όσα κακά κι αν του τύχουν:

Τον αντρειωμένο μην τον κλαις όντε κι αν αστοχήση
μ’αν αστοχήση μια και δυό, παλ’αντρειωμένος είναι
πάντά ‘ν’η πόρτα τ’ ανοιχτή κι’η τάβλαν του στρωμένη
και τ’αργυρό του το σκαμνί ομορφοστολισμένο
χαροκοπούν οι φίλοι του κάθουνται τρων και πίνουν
τραγούδια λεν αντρίστικα κι’ο γ εις τ’αλλού διηγούνται
σαν πόσους έσφαξεν ο γ είς, πόσους εσκότωσ’ άλλος.

Τα τραγούδια «της αντρειάς» αγκαλιάζουν όλη την ευγενικιά έκφραση της αρετής σε πολυάριθμες εκδηλώσεις και ποικίλες αναδείξεις του συνόλου ή του ατόμου.
Παρά του ότι όμως τα περισσότερα παρουσιάζονται σε διάφορες παραλλαγές ανάλογα με τον τόπο και το χρόνο, όμως μπορεί κανένας μέσα από τις μορφικές αυτές διαφορές να διακρίνει εκείνα που κινούν κι ανεβαίνουν από τις βαθύτερες ρίζες στην σημερινή επιφάνεια, μέσα σε μια αιώνια παραδοσιακή ανανέωση. Τα τραγούδια που θα παραθέσω πιο κάτω είναι σα να λέμε nova corpora σε παλιές ψυχές που έφτασαν ως τα σήμερα σε πολυάριθμες ποιητικές μετασαρκώσεις:

Των ανδρείων τα όπλα(ο τίτλος της συλλογής)
Των αντρειωμένων τ’ άρματα δεν πρέπει να πουλιούνται
Μα πρέπει να γυαλίζουνε και τσ’ άντρες να τιμούνε.
Να τα θωρούν οι γ’ άλλοι νιοί και ν’ αποκαμαρώνουν
Κι αυτοί να κάμουν άρματα, να παίζουν στο σημάδι
‘ς τα πεταχτά ‘ς στα καθιστά ‘ς τα ίσια κ’ εις το γλάκι
λαγούς περδικοτρίγωνα να μη ξεζευγαρώνουν
μόνο ‘ς τα κρέατα των εχθρώ όντε τσ’ αποζυγώνουν.

Ο άοπλος
΄Αντρες! Γιατί με διώχνεται, γιατί μ’ απολαλείται;
Γιατί με εβρήκατε γδυμνό κ’ είμαι ξαρματωμένος;
Μ’ αφήστε με ν’ αρματωθώ να βάλλω τ’ άρματά μου
Κι’ απήτης βάλλω τ’ άρματα, και κάτσω ‘ς τ’ άλογό μου
Και βάλλω χέρι στο σπαθί και μάτι στο τουφέκι,
Τότε ελάτε σείς οχτροί για να με πολεμάτε
Να ιδήτε άντρες του σπαθιού κι άντρες για το τουφέκι
Που πολεμούνε με πολλούς και βγαίνουν κερδεμένοι.

Ο καλύτερος φίλος
Ούλον τον κόσμο γύρεψα πονέντε και λεβάντε
Να βρώ ένα φίλο μπιστικό σαν και τον απατό μου.
Δεν ηύρα φίλο μπιστικό, μηδ’ αδερφό καλλιά μου
Σαν το σπαθάκι μου αδερφό, σαν το πουγγί μου φίλο
Κι όπου καυγάς και πόλεμος, πολέμα σύ σπαθί μου
Και όπου γάμος και χαρά, πλήρωνε σύ πουγγί μου.

Ο μαύρος μου
Μαύρε μου, γοργογόνατε κι ανεμοκυκλοπόδη
Πολλές φορές με γλύτωσες βροχές και κατσιφάρες
Κι ά με γλυτώσης, μαύρε μου κι εις τούτη τη φουρτίνα
Μαύρε μου, μαύρε γέμι θα σου πλησιάνω
Τα τέσσερά σου πέταλα.

Τα άρματα που τραγουδήθηκαν από τα χρόνια του Ομήρου ως τα τώρα χιλιάδες φορές, γίνονται οι αχώριστοι φίλοι των αντρειωμένων, τα ιερά σύμβολα των σκλάβων.

Πραγματικά η δημοτική ποίηση, όπως λέγει ο Ν. Πολίτης
«είναι τελεσφορώτατον όργανον της εθνικής αγωγής, εκτρέφουσα και συντηρούσα το εθνικόν φρόνημα…»
(Εκλογαί από τα τραγούδια του ελλ. λαού προλεγόμενα).

Οι ιδέες που συντηρούν τα τραγούδια αυτά κινούνται από τα βάθη της ιστορικής μας ζωής με μια φυγοκεντρική δυναμικότητα, που πλαταίνει όσο μεγαλώνει ο κύκλος του πολιτισμού, πάντοτε όμως η αναπλαστική τους δύναμη, που συντηρείται και τρέφεται από τη μεγάλη παράδοση, πρέπει να στρέφεται προς το κέντρο, εκεί πρέπει να κινηθεί η ποιητική ψυχή για να βρεί στέρεο έδαφος για να πετάξει όσο μπορεί πιο ψηλά.


Και λέγει ο πατέρας της λαογραφικής επιστήμης Ν. Πολίτης:
«Το έργον του ποιητού και του καλλιτέχνου είναι τελειότερον και μονιμώτερον, όταν τας ρίζας του έχη εις το πάτριον έδαφος».

Στους ασταμάτητους αγώνες και τις αφάνταστες περιπέτειες του ελληνισμού το όπλο δε στάθηκε μόνο ιερό σύμβολο μα και αστείρευτη πηγή ποιητικής έμπνευσης, που τόνισε την ορμή, την περιφάνεια και την λεβεντιά της φυλής μας σ’ ένα αιώνιο θούριο.

Ίδιες εσώτατες ιδέες φούσκωσαν την καρδιά του αγέρωχου πολεμιστή του Τυρταίου, το ίδιο μεράκι θεριεύει την ψυχή του αδούλωτου ρέμπελου ή του κλέφτη:

Ο πλούσιος έχει τα φλωριά, έχει ο φτωχός τα γλέντια
Άλλοι παινούνε τον πασά και άλλοι το βεζίρη
Μα ‘γώ παινάω το σπαθί το τουρκοματωμένο,
Τόχει καμάρι η λεβεντιά, κι ο κλέφτης περιφάνεια.

Τα πιο συνηθισμένα από τα γενικά τραγούδια είναι τα πολεμικά κι εκείνα που αναφέρονται στην παλληκαριά.
Τις περισσότερες όμως φορές, ο αντρειωμένος στη δυναμική του έκφραση ξεπερνά την ίδια του τη ζωή, δεν μπορεί να περιοριστεί στα σύντομα όρια του κόσμου τούτου, μέσα στη συνείδηση του λαού η μοίρα του διαγράφεται σαν αναπόφευκτη σύγκρουση με το Χάρο που παίρνει ατομικό ή ομαδικό χαρακτήρα.
Έτσι, η ανώτερη καταξίωση της μεταφυσικής παρουσίασης του ανθρώπου βρίσκει την έκφρασή της πιο έξοχα στην δυναμική αναμέτρησή του με το θάνατο:

Το μήνυμα των αντρειωμένων του Άδη
Ακούστ’ είντα μηνύσανε του Νάδ’ οι γι αντριωμένοι
Να τώνε πάσιν άρματα μολύβια και μπαρούθια
Και πόλεμο θα κάμουνε του χάρο δίχως άλλο
Για δεν τόνε βαστούνε μπλειό να ξεδιαλέη τσ’ άντρες
Να παίρνη τσ’ άντρες τσι καλούς τσί καστροπολεμάρχους
Όπου τα κάστρη πολεμούν…

Μέσα από τη σκοπιά του θανάτου η λαϊκή ψυχή αισθάνεται μια βαθιά νοσταλγία για τη ζωή. Ένα αφόρητο άγχος πιέζει την καρδιά και αφανίζει τις γνωστές προϋποθέσεις που συντηρούν και θρέφουν τη λεβεντιά:

Το μήνυμα ενός νέου από το Νάδη
Ακούστ’ είντα μήνυσε γ’ εις νιός από το Νάδη:
«Χαρείτε σεις οι ζωντανοί εις τον απάνω κόσμο
γιατ’ επά πούμαστ’ εμείς στενός μας είν ο τόπος.
Δεν έχει ο Νάδης καπηλειά μηδέ και χαροκόπους
Μηδέ και σημαδότοπους να σημαδεύγου οι γι άντρες
Μηδέ και βόλι δε χωρεί, γιατ’ είν’ πηλά και βούρκα».

Ο άδης εδώ έχει τον αρχαϊκό χαρακτήρα, όπως περίπου τον νοιώθει η λαϊκή φαντασία από τα χρόνια του Ομήρου ως τα σήμερα, πόσο όμως μεγάλη ήταν η διαφορά του απάνω από τον κάτω κόσμο φανερώνεται από τους πιο κάτω στίχους:

Μη δή μοι θάνατόν γε παραύδα, φαίδιμ’ Οδυσσεύ.
Βουλοίμην κ’ επάρουρος εών θητευέμεν άλλω,
Ανδρί παρ’ ακλήρω, ώ μη βίοτος πολύς είη,
Ή πάσιν νέκυεσσι καταφθιμένοισιν ανάσσειν. (Οδ. Λ. 488-491)

Το ίδιο πράμα ομολογεί κι ο Ευριπίδης με άλλα λόγια:

Το φώς τόδ’ ανθρώποισιν ήδιστον βλέπειν,
Τα νέρθε δ’ ουδέν, μαίνεται δ’ ός εύχεται θανείν.

Χαρακτηριστικοί, είναι και οι μελαγχολικοί στίχοι του γλεντοκόπου Ανακρέοντα, σ’ ένα απαίσιο οραματισμό του θανάτου:

Διά ταύτ’ ανασταλύζω
Θαμά, τάρταρον δεδοικώς,
Αϊδεω γάρ εστι δεινός
Μυχός, αργαλέη δ’ ες αυτόν
Κάθοδος, και γάρ έτοιμον
Καταβάντι μη αναβήναι

Στη φρικτή αίσθηση του θανάτου η δημοτική μας ποίηση προτείνει στους νέους να χαρούν όσο μπορούν γιατί η ζωή είναι πολύ σύντομη:

Χαρήτε νιοί, χαρήτε νιές
Κ’ η ημέρ’ όλο βραδυάζει
Κι ο Χάρος τις ημέρες μας
Μια-μια τις λογαριάζει…
Ή
Γλεντίζετε ντα τα κορμιά
γιατ’ ο καιρός διαβαίνει
κι όποιος θα μπει στη μαύρη γη
μπλειό ντου δεν ξαναβγαίνει

Καμμιά διαφορά δεν υπάρχει ανάμεσα στη λαϊκή τούτη διατύπωση και σ’αυτά που ο Αθηναίος τόσους και τόσους αιώνες μπροστά προτρέπει:
Πίνε, παίζε, θνητός ο βίος ολίγος ουπί γή χρόνος.
(Δειπν. ΙΙ 63)

Στα ριζίτικα τραγούδια η αντίληψη της ματαιότητας του κόσμου δεν εκφράζεται με θρηνώδικα «ελεγεία» της πρόσκαιρης τούτης ζωής, πάντοτε σχεδόν συνάπτεται με την παλληκαριά σ’ ένα αγώνα αναμέτρησης με την ανελέητη μοίρα.
Συνηθισμένος από τους ατελείωτους αγώνες κυριαρχείται ολοκληρωτικά από έντονα βιώματα του τραχύτατου πολεμικού βίου, για τούτο και στην πιο μελαγχολική του διάθεση, η ανδρική αρετή στην ευρύτερή της θεώρηση, γίνεται το μοναδικό και το πιο πολύτιμο στοιχείο, που μπορεί να γίνει σοβαρό αντικείμενο της ανέκφραστης λύπης:

Θωρώ τον κόσμο και δειλιώ τη γής κι αναστενάζω,
Λυπούμαι ο νιός τη νιότη μου και την παλληκαριά μου
Πως θα με βάλουνε στη γη σ’ αραχνιασμένο Νάδη
Κι εκειά θε να πρεμαζωχτούν του Νάδη τα σκουλήκια
Να φάνε πόδια γλήγορα χέρια καμαρωμένα
Να φάνε και τη γλώσσα μου την αηδονολαλούσα
Να φάνε και λιγνόν κορμί, θεργιό και παλληκάρι.

Το προσωπικό πάθος εδώ απομονώνεται από κάθε είδους μεταφυσικούς αναλογισμούς και κινείται μέσα στην αμοιβαιότητα, που συνδέει τον κόσμο με το άτομο.
Σ’ αυτή όμως τη μελαγχολική επαφή το κορμί γίνεται σημάδι εκφραστικό της ανεκτίμητης παλληκαριάς ακόμα και στην πιο ωμή και αποτρόπαιη έκφραση της σωματικής φθοράς.
Και συμβαίνει σ’ αυτό το είδος των τραγουδιών, το ποιητικό αίσθημα να μη δέχεται υποχώρηση στην αντιμετώπιση του θέματος του θανάτου: η ανθρώπινη ρώμη ξεπερνά πάντοτε τα όψη της αθανασίας, που είναι καθάρια, ανθρώπινη, ελληνική με ελάχιστες μεσαιωνικές αποχρώσεις.

                  

Στο σημείο αυτό, το ηρωϊκό πνεύμα των τραγουδιών, περικαλύπτει διάφανα την αρχαϊκή αντίληψη της σχέσης της ζωής και του θανάτου, που εκφράζεται στη θλιβερή ενατένιση του κάτω κόσμου από την αντίθετη σκοπιά της ζωής, όπου «χαλεπόν δε τάδε ζωοίσιν οράσθαι». (Οδυσσ. Λ. στ. 156).
Το αρχαίο λαϊκό πνεύμα δεν μπορεί να φανταστεί εύκολα τη μεταφυσικη περιοχή λαμπρή κι ευχάριστη.
Ο δρόμος που οδεύει προς την Αχερουσία είναι σκοτεινός και το Έρεβος, η θλίψη, και η αγωνία πλανιούνται παντού. Ο Άδης είναι μια αμυδρά σκιά του κόσμου τούτου, για τούτο σπάνια τον σκέπτεται. Ζεί και αισθάνεται τον περιορισμένο βίο του σε μια αισθησιακή διάταση της αιωνιότητας, ενώ ο θάνατος απωθείται στα υποσυνείδητα βάθη της παρήγορης λήθης.
Θαρρείς πως γεννήθηκε μόνο για τη ζωή, μια ζωή γεμάτη φώς, χαρά, άνοιξη κι έρωτα!
Στο ριζίτικο τραγούδι ο οραματισμός του θανάτου δεν μπορεί να εκφραστεί εύκολα πέρα από την αίσθηση της ζωής, τις περισσότερες φορές ο κάτω κόσμος συνδέεται με τα πιο χτυπητά σύμβολα της ανδρικής αρετής, τα όπλα.
Πανάρχαια συνήθεια να βάνουν τ’ άρματα του πολεμιστή μέσα στον τάφο σαν το πιο πολύτιμο κτέρισμα. Και δεν είναι λίγες φορές που η σκαπάνη του αρχαιολόγου ανακάλυψε ολόκληρες πανοπλίες, μαζί με τα λείψανα του νεκρού, που έμειναν ανέπαφες σχεδόν από την φθορά του χρόνου.

Το πιο κάτω άσμα είναι μια παραλλαγή παλαιά, που διατήρησε στίχους που δεν υπάρχουν στο ανάλογο τραγούδι της συλλογής του Ι. Παπαγρηγοράκη.
Συμβαίνει όμως στην ποιητική αυτή σύνθεση να μη μιλεί ο νεκρός, για να εκφράσει τον πόνο του και τον καημο του, όπως γίνεται συνήθως σε πολλά άλλα τραγούδια, αλλά ο ζωντανός, προβάλλοντας τα πιο ισχυρά βιώματα της ζωής του αντρειωμένου, στην περιοχή του θανάτου.
Ο τάφος εδώ γίνεται σκοπιά της μεταθανάτιας βούλησης του πολεμιστή, που τον θέλει στα ευρύχωρα μέτρα της ελεύθερης φύσης του:

Ήθελα και να κάτεχα τι μήνα θα πεθάνω,
Σε ποια ‘κλησιά θε να θαφτώ, σε άγιο μοναστήρι,
Να πάρω τα πελέκια μου να μπώ σε περιβόλι
Να βρώ τ’ αφράτο μάρμαρο τ’ αμίλητο λιθάρι.
Να βρώ τον πρωτομάστορα, να τον παρακαλέσω:
-«Μάστορα, πρωτομάστορα, σιάξε μου για κιβούρι
νάναι μακρύ για τ’ άρματα πλατύ για το κοντάρι
κι εις τη δεξιά μου τη μεριά, άφησε παραθύρι
για να πιαινόρχουντ’ όμορφες ξανθές και μαυρομάτες,
να λέν ο Θεός σχωρέστονε ‘κείνο που μας αγάπα»

Η διατήρηση του τραγουδιού, όπως βρίσκεται τώρα, οφείλεται στο Συνταγματάρχη ε.α. κ. Θεοχάρη Πεντάρη.
Το είχε αντιγράψει από ένα γέροντα, που το είχε ακούσει στα Σφακιά πρό πολλών ετών και το κράτησε, παραδίδοντας το χειρόγραφο στον Καβρουλάκη.
Πόσο άρωμα και καθάριο Ελληνικό χρώμα δεν αποπνέει αυτό το τραγούδι, θαρρείς πραγματικά πως ολόσωμος ο αιώνιος πρόγονος στους λιτούς κι απέριττους τούτους στίχους παρουσιάζει σ’ ένα πεντακάθαρο χρώμα την πανάρχαιη αντίληψη του θανάτου από τη σκοπιά της ζωής!
Πάντοτε η λαϊκή σκέψη έχει λεπτό αισθητήριο, εκεί μέσα βρίσκεται η ψυχή του συνόλου και του ατόμου. Και συμβαίνει πολλές φορές η κοινή τούτη αίσθηση να φτάνει σκέψεις μύχιες και μυστικές, σαν εκείνες που αποδίδονται στους υπερκόσμιους οραματισμούς τους Λ. Πορφύρα:

Θέλω οι θαμπές μου θύμησες στο βάθος να περνάνε
Σαν τις κοπέλλες του χωριού κι εκείνες, να ’χω γύρει
Στην γριάν ελιά μας, να γροικώ σκυφτός ν’ αχολογάνε
Τα γέλια τους απ’ της ζωής μακριά το πανηγύρι.

Ενώ όμως οι αρχαίοι φαντάζονταν πάντοτε τον κάτω κόσμο σαν το φριχτό αντίποδα της ζωής,
«… ένθα τε νεκροί αφραδέες ναίουσι, βροτών είδωλα καμόντων»,
στο ριζίτικο αντίθετα αρκετές φορές ο αντρειωμένος αντιστέκεται στη μοίρα του αξιολογώντας έτσι πιο φαντακτερά την ηρωϊκή και ακατάλυτη έκφραση της ζωής.
Τα τραγούδια λοιπόν της κατηγορίας αυτής ή παρουσιάζουν την αρχαϊκή αντίληψη του κάτω κόσμου στον πιο θλιμμένο τόνο ή εκφράζουν από τη σκοπιά του θανάτου την πιο αγέρωχη έκφραση του ανθρώπινου βίου.
Όλη η σειρά των πιο κάτω τραγουδιών κινείται πάνω στις δυό αυτές ενδείξεις που εκφράζουν απόλυτα την αιώνια συνείδηση και δύναμη της φυλής μας, να νοιώθει την αξία της ζωής και ν’ αντέχει τη βαριά ειμαρμένη του θανάτου:

Ο νιός που παλαίει με το χάρο
Παιδιά κι είντα γινήκανε του κόσμου οι γι αντρειωμένοι;
Μουϊδέ ‘ς τσί μέσες φαίνονται μουϊδέ ‘ς τσ’ αναμεσάδες
Κάτω στην άκρη τ’ ουρανού στην τέλειωση του κόσμου
Σιδερόπυργο χτίζουνε του χάρο να χωστούνε.

Κι ο χάρος μύγα γίνεται μπαίν’ απ’το παραθύρι
Και βρίστ’ ομορφονιούς υγυιούς, όμορφους κοπελιάρους
Κι εμπήκε κι εκοντάρευε ο Χάρος, τσ’ αντρειωμένους.
Μα ένας νιός, χήρας υγιός, ψηλαναμπουκωμένος
Του Χάρ’ αντρακαλίζεντον, του Χάρ’ αντρακαλιέται:
«Χάρε, σαν είσαι Χάροντας, σαν είσαι παλληκάρι
έλα να πα παλαίψωμε στο σιδερένι’ αλώνι,
απούχει πάτους σίδερα και γύρους ατσαλένιους.»
κι εφτά φορές τον έβαλε ο νιός στο Χάρο κάτω,
πάνω’ς τσ’ εφτά, πάνω ‘ς τσ’ οχτώ του Χάρο βαροφάνη,
πιάνει το νιό απ’ τα μαλλιά και κάτω τόνε βάνει.
-«Άφης με, Χάρο, απ’τα μαλλιά και πιάσε μ’ απ’ τη μέση
να ιδής απάλιο αντρείστικο το κάνου οι γι αντρειωμένοι,
το κάνουν οι γι άντρες οι καλοί, οι καστροπολεμάρχοι».

Μήνυμα από τον Άδη
Μαντατοφόρος έφταξεν από τους αντρειωμένους
Μά ως είδαν και κατέβαινε τρεχάτος, εις τον Άδη:
-«Γάηρε πάνω, γλακιχτή, του φώνιαζαν μεγάλα,
πές των στον Άδη κλείστηκαν και δεν μπορούν ν’ ανέβουν,
τα κρέατά των σάπισαν, τα κόκκαλα των λυώσαν.
Σκουλήκους πλήσιους έχουσι και ποντικούς και φίδια,
Δεν τους αφήνουν μια στιγμή ανάπαψη να δούσι.
Βαστάτε, πές τους, δυνατά, όσο μπορείτ’ απάνω
Πούχετε ήλιο λαμπερό και ουρανούς γαλάζιους,
Νύχτες με τους αυγερινούς και μ’ άστρα στολισμένες».

Βάζουμε τους τίτλους των συλλογών, παρά του ότι, τα τραγούδια αυτά ορίζονται με τις πρώτες λέξεις του πρώτου στίχου.

Η λησμονιά του τάφου
-«Κλάψε, μάνα, κλάψε με, όσο μ’ έχεις μπροστά σου
πρίχου μυρίση ο θυμιατός και ψάλλουν οι παπάδες.
Εγώ πίσω δεν έρχομαι και πίσω δε γυρίζω
Πηγαίνω στην αλησμονιά π’ αλησμονιέτ’ ο κόσμος.
Ξεχνά η μάνα το παιδί, κι η αδερφή τ’ αδέρφι
Γυναίκες των καλώ αντρών ξελησμονούνε τσ’ άντρες».

Ο πόθος του πεθαμένου κυνηγού
Σα δροσινιάσουν τα λαγκά και βασιλέψ’ ο ήλιος
Βόσκετ’ αγρίμια, βόσκετε, λαγοί δροσολογάτε
Μ’ απόθανεν ο κυνηγός οπού σας εκυνήγα
Κι άφηκε και παραγγελιά των άλλων κυνηγάρω:
-«Παιδιά κι αν πάτε στο λαγό, γή σ’ αγριμιού κυνήγι
περάστ’ απού το μνήμα μου διπλοσφυρίξετε με,
κι έχω ραβδί για το λαγό, δοξάρι για τ’ αγρίμια
κι έχω και σκύλες όμορφες να στέκονται ‘ς τσί πόρους.
Η γαληνή τόνε πετά κι η μαύρη τόνε πιάνει
Κι η κουμαριά στα ντόδια τση στο σπίτι τον-ε πάει»

Ο Χάρος σημαδεύει τους πεθαμένους
Γιατί ναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μουδ’άνεμος τα πολεμά μουδέ βροχή τα δέρνει.
Μόνο διαβαίν’ ο Χάροντας σέρνει τσ’ αποθαμένους.
Σέρνει τσί νιούς από μπροστά τσί γέρους από πίσω
Και τα καημένα τα μωρά στη σέλλ’ αραδιασμένα.
-«Κόνεψε, Χάρο, σε χωριό, κόνεψε σε μια βρύση
να πιούν οι γέροντες νερό κι οι νιοί να παίξουν βόλι
και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζώξουν».
-«Μα δεν κονεύω σε χωριά, δε στένομαι σε βρύση,
κι έρχοντ’ οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά των,
γνωρίζουνται τ’ αντρόϋνα, ξεχωρισμό δεν έχουν…»

Παράπονα του ήρωα νεκρού
Μηλιά μ’ απ’ είσαι στο γρεμνό τα μήλα φορτωμένη
Τα μήλα σου ’ ναι κόκκινα μα το γρεμνό φοβούμαι.
-«Μά σα φοβάσαι το γρεμνό έβγα στο μονοπάτι.»
Το μονοπάτι ανέβηκα βρίσκω μιάν εκκλησιά
Πούχε σαράντα μνήματα αδέρφια και ξαδέρφια
Πατώ ένα μνήμα και βροντά και βαριαναστενάζει:
-«Είντά ’χεις μνήμα, και βοάς και βαριοαναστενάζεις;
Μήπως το χώμα σου ’ν’ πολύ γι η πλάκα σου μεγάλη;»
-«Δεν είν’ το χώμα μου πολύ γ’ η πλάκα μου μεγάλη
μόνο ’ρθες και με πάτησες απάνω στο κεφάλι.
Κοντό, δεν ήμουνε κι εγώ άντρας και παλληκάρι;
Κοντό, δεν επολέμησα στον κάμπο του Ρεθύμνου;
Με δέκα πιθαμές σπαθί και δώδεκα κοντάρι;
Και σύ’ ρθες και με πάτησες απάνω στο κεφάλι;»
-«Συμπάθησέ μου, σύ νεκρέ, δεν τόξερ’ ο καημένος
πως είς τον τάφο τούτο να κοίτεται αντρειωμένος»

Το τραγούδι αυτό φέρνει στη μνήμη το πνεύμα της επιγραφής που βρέθηκε στην Αξώ του Ρεθύμνου:
Μη μου ενοβρίξης αγνόν τάφον ώ παροδίτα
Μη σοι μηνίση πικρόν επ’Αγεσίλας
Φερσεφόνη τε κόρα Δάματρος. Αλλά παρέρπων
Είπον Αρατίω γαίαν έχοις ελαφράν.

Πόθος ανόδου από τον Άδη
-«Μωρέ σύ που κατέβηκες απ’ τον Απάνω Κόσμο,
Είδες άν-ε κρατ’ ουρανός κι αν στεκ’ απάνω κόσμος;
Κι άν-ε βαπτίζουνε παιδιά κι αν χτίζουν μοναστήρια;
Κι είδες άν-ε παντρεύγουνται παλληκαριώ γυναίκες;
«Μαγάρι ως στέκ’ ο ουρανός και στεκ’ απάνω κόσμος,
μαγάρι και να γιάγερνα κι εγώ στα γονικά μου
να βριστα τη γυναίκα μου την πολυαγαπημένη».

Το χαροπάλεμα του νιού
Ομορφονιόν εζύγωνε ο Χάρος στη Μαδάρα
Μά ’τον ο νιός ογλήγορος κι ο Χάρος κουρασμένος
Και παίρν’ ο νιός το ρίζωμα κι ο Χάρος την πλαγιάδα.
Πάνω σε πλάκαν έκατσε ο Χάρος διπλοπόδης
Κι εσφύριξε κι εφώναξε ο Χάρος του στρατιώτη:
-«Στρατιώτη, ανήμενε κι εμέ που θα σου παραγγείνω»
-«Χάροντα, κι είντα μου βαστάς κι εγώ θα σ’ ανημένω;»
-«Βαστώ σου ντάργα και σπαθί και κόκκινο λουρίσκο
βαστώ και τη γυναίκα σου ολόμαυρα ντυμένη».

Στρατιώτης ή στραθιώτης όπως το συναντάμε αε άλλες συλλογές, είναι αυτός που παίρνει το δρόμο, τη στράτα. Ο οδοιπόρος, όπως μας αναλύει ο Ερατ. Καψωμένος στο «Πολιτισμικοί κώδικες στο δημοτικό τραγούδι»

Η διάκρισις του Χάρου και ο πόθος μικρού κυνηγού
Ο Χάροντας μ’ απάντηξε στα τρα σκαλιά του Νάδη
Κι έσερνε τσ’ άρχοντες λυτούς και τσί φτωχούς δεμένους
Κι ένα μικρό φτωχόπαιδο έκατσε κι ετραγούδιε:
-«Χριστέ και να’μουνε λυτός να βγαινα στο κυνήγι
Να πιανα δέκα πέρδικες και δέκα περιστέρια
και δεκοχτώ αγριόδιανους…»

Το μήλο εις τον Νάδη
Ποιος είν’ απού το πέταξε το μήλο εις το Νάδη
Και τ’ αργυρό σπαθί στη γή με το χρουσό γαϊτάνι;
Τρέχουν οι νιοί για το σπαθί κι οι νιές για το γαϊτάνι
Τρέχουν και τα μωρά παιδιά.

Σ’ όλα τα πιο πάνω τραγούδια η αιώνια λαϊκή συνείδηση προβάλλει το θάνατο πέρα από τα προσωπικά όρια σε μια κοινή έντονη αίσθηση, που εκφράζεται μ’ έναν επικό τόνο που φτάνει πολλές φορές τα σύνορα της προσωπικής λυρικής έξαρσης.
Τα πιο πολλά όμως από τα γενικά τραγούδια και ιδιαίτερα της «τάβλας» σα στόχο τους έχουν κάθε ανθρώπινη ανάδειξη, που εκφράζεται κατά κύριο λόγο μέσα στην αγέρωχη ανδρική ενσάρκωση και την πλατύτερη κοινωνική σχέση.

Η «τάβλα» γίνεται το μελωδικό βήμα, όπου εκφράζεται με τρόπο λιτό, σοβαρό, λακωνικό κάθε ψυχικό φούντωμα και ομαδικό αίσθημα, κάθε μεγάλη λαϊκή ρήτρα και ηθική αρχή, κάθε κρυφόχαρη σκέψη και θλιμένος διαλογισμός, κάθε ζωντανός θρύλος κι ανήκουστο κατόρθωμα μέσα σε μια κραταιή ψυχανάταση και διονυσιακό ρίγος.
Και είναι τόσο στενά δεμένο το νόημα με τη μουσική, που είναι αδύνατο να νοιώσει κανένας ξέχωρα το ένα από το άλλο, και τα δυό μαζί οδηγούν σε μια βαθειά αίσθηση που την καταλαβαίνουν μόνο όσοι ζούν τη μουσική, που εκτείνει το νόημα σ’ όλο του το ύψος. Θαρρείς πως ολάκερο το μεγαλείο της λαϊκής ψυχής βρίσκεται στα πιο κάτω τούτα παλλαϊκά μελίσματα:

Ο κόσμος
Κόσμε πικρέ, κόσμε γλυκέ, κόσμε φαρμακωμένε
Κόσμε και ποιος θα σε χαρή και ποιος θα σε κερδίση;
Θα σε κερδίσουν τα βουνά θα σε χαρούν οι κάμποι
Θα σ’ αποχαιρετίσουνε όμορφοι κι αντρειωμένοι.

Η φιλοξενία του κριτικού
Μάνα, κι αν έρθου οι φίλοι μας κι αν έρθου οι γι ειδικοί μας
Μη των-ε πής κι απόθανα να τσί βαροκαρδίσης
Στρώσε των τάβλα να γευτούν και κλίνη να πλαγιάσουν
Στρώσε των παραπέζουλα να θέσουν τ’ άρματά των
Και το πρωϊ σα σηκωθούν και σ’ αποχαιρετούνε,
Πέτωνε πώς απόθανα

Με τον πιο συγκινητικό τόνο το παραπάνω τραγούδι εκφράζει απόλυτα το πνεύμα της ομηρικής φιλοξενίας που διατήρησε ζωντανή κι απαράλλαχτη την ίδια παράδοση ως τα χρόνια μας.

                       

Η λευτεριά
Ποιόν είν’ τ’ άστρο που πρόβαλε πού την Ανατολήτσα,
Όσοι το δούν άστρο το λεν, κι άστρο το μαρτυρούνε,
Κι εκείνο ήταν Άγγελος με τη χρυσή παδιέρα
Κι εβγήκενε και διαλαλεί σ’ ούλη την οικουμένη.
-«Οπού ’χει ρούχ’ ας τα φορεί, προυκιά ας τα καταλύση,
κι οπού ’χει κόρην ώμορφη, ας τήνε ξεφαντώνει
κι όποιος γυρεύγει λεβεντιά ’λεύτερος να γυρίζη,
ας πάρη δίπλα τα βουνά κι ας μη καμπογυρίζη».

Προτροπή εις ομόνοιαν
Ποτέ μου δεν εζήλεψα ‘ς αμπέλια σε περβόλια
Μηδέ σε μελισσόκηπους, μηδέ κ’ εις σε κοπάδια,
Ωσάν ζηλεύγω ς’ εδικούς όντε συμπορπατούνε
Περίτου νάναι κι αδερφοί περίσσια ν’ αγαπούνται
Κι αν λάχη θλίψις θλίβγουνται, χαρά συγχαίρονται όλοι
Κι αν λάχουν και στον πόλεμο βγαίνουνε κερδεμένοι
Σαν ’μπιστεμένοι αδερφοί, σαν φίλοι αντρειωμένοι.

Οι ορεινοί
Καϋμός σ’ τσή νιούς που γεύγουνται κάτω στα κατωμέρια
Και τρών του κόσμου τα καλά τσή χώρας τα ξαρέσια
Κάνουν χλωμή την όψι των μορφή σαν κολισαύρα!
Χαρά ς’ τσή νιούς που γεύγονται απάνω σε μαδάραις
Και τρών τα πάχνη του χιονιού, το δροσερόν αέρα,
Και κάνουν όψι κόκκινη, ως είν’ το πορτοκάλι.

Ο πόθος της λευτεριάς
Σε ψηλό βουνό σε ριζιμιό χαράκι
Κάθετ’ έν’ αητός βρεμένος χιονισμένος, ο καημένος.
Και παρακαλεί τον ήλιο ν’ ανατείλη:
-«Ήλιε , ανάτειλε, ήλιε, λάμψε και δώσε,
για να λυώσουνε χιόνι’ απού τα φτερά μου
και τα κρούσταλλα απού τ’ ακράνυχά μου».

Η συντροφιά
Τη συντροφιά σας χαίρομαι την αξιοτιμημένη
Την άξια και τη φρόνιμη και τη μπεγερντισμένη.
Ζηλεύγουσί τσ’ οι γι άρχοντες, ζηλεύγ’ ο κόσμος ούλος
Μα σα ζηλεύγει μια ξανθή.

Ο πόθος του σκλάβου
Του φεγγαριού θα-ν-ακλουθώ να πά να βασιλέψω
Να πά να βρώ τη μάνα μου να την αναρωτήξω
Πού κάν’ ο ήλιος κολατσό, πού κάνει μεσημέρι
Και πού κάνει το δείπνο του.

Των αντρειωμένω τ’άρματα
Των αντρειωμένω τ’ άρματα δεν πρέπει να πουλιούνται
Μα πρέπει να γυαλίζωνται στον τοίχο να κρεμιούνται
Να τα θωρούν οι γι άλλοι νιοί και να τα καμαρώνουν
Και τον Αντίχριστο μ’ αυτά πάντοτε να πλερώνουν.
Ή
Των αντρειωμένω τα άρματα δεν πρέπει να πουλιύνται
Μα πρέπει τους στην εκκλησιά κι εκει να προσκυνούνται
Πρέπει να κρέμουνται ψηλά σ αραχνιασμένο τοίχο
Να τρώει η σκουριά το σίδερο κι η γης τον αντρειωμένο

Χαίρεστε νιοί
Χαίρεστε, νιοί, τα νιάτα σας και νιές την ομορφιά σας
Και σεις οι λεβεντόγεροι, χαίρεστε τον αντρειά σας,
Γιατ’ είν’ ο κόσμος μάταιος, ψεύτης απατεώνας
Κι ο Χάρος είναι τρυγητής.
Ο ξένος με το μαύρο του
Ξένος εκαβαλίκεψε να πάη στην οδό του
Πιάσαν τον μέρες βροχερές και νύχτες με τα χιόνια.
Δεν είχε μετά ποιο μιλεί με ποιο να κουβεντιάζη
Κι εμίλιε με το μαύρο ντου κι εροζονάριζέν του:
-«Μαύρε μου γοργογόνατε κι ανεμοκυκλοπόδη (1),
πολλές φορές με γλύτωσες κι από βαρές φουρτίνες
κι αν με γλυτώσης, μαύρες μου, ’πό τούτη τη φουρτίνα
τα τέσσερά σου πέταλα χρυσά θα σου τα κάμω
τα δαχτυλίδια τση ξανθής, μπρόκες θα σου περάσω».

(1) Τα επίθετα του στίχου αυτού αποδίδουν θαυμάσια την σημασία των ομηρικών «αελλόπους», «ωκύπους», «λαιψηρός» ή «λαιψηροδρόμος» κ.λ.π.

Η κατοικία των αγριμιών
-Αγρίμια κι αγριμάκια μου ’λάφια μου μερωμένα
πέτε μου πού ν’οι τόποι σας και πού ’ν τα χειμαδιά σας
-Γρεμνά ‘ν’ εμάς οι τόποι μας, λέσχες τα χειμαδιά μας
τα σπηλιαράκια των γρεμνώ είναι η κατοικιά μας.

Η ζωή του κλέφτη
Αητέ που κάθεσαι ψηλά στ’ όρος το χιονισμένο
Τρώεις το δρόσος του χιονιού, πίνεις νερό κατάκρυο
Λαγό κι αν πιάσης γεύγεσαι περδίκι και δειπνάς το
Το περδίκι
Φιλείς και κόρην όμορφη.

Ο πόθος του Βασιλιά
Απού την άκρη των ακριώ ώστε να πά’ στην άλλη
Έχουσι τάβλες αργυρές στρωμνιά μαλαματένια
Ποτήρια με τις ερωθιές κι όπου τα δή πλανάται
Κι επέρασ’ ένας Βασιλιάς κι είδεν τα κι επλανήθη.
-«Χριστέ μην ήμουν Βασιληάς, Χριστέ μην ήμουν Ρήγας
Να πέζεφνα να χόρευγα με την παπαδοπούλα
Νάγγιζα το μουστάκι μου στη μαύρην τση χωρίστρα».

Το περιβόλι
Για ιδές περβόλιν όμορφο για ιδές κατάκρυα βρύση,
Κι όσα δεντρά ’μπεψεν ο Θιός μέσα ’ναι φυτεμένα,
Κι όσα πουλιά πετούμενα μέσά ’ναι φωλεμένα
Στ’ ώρηο περβόλι μας τ’ όμορφο.
Μέσα σε κείναν τα πουλιά ευρέθ’ ένα παγώνι
Και χτίζει τη φωλίτσαν του σε μιάς μηλιάς κλωνάρι.

Το χαροκόπημα
Είντα’ χετε γυρού γυρού κι είναι βαριά η καρδιά σας;
Δεν τρώτε και δεν πίνετε και δε χαροκοπάτε,
Πριν νάρθη ο Χάρος να μας βρή να μας-ε διαγουμίση
Να διαγουμίση τσί γεννές και να διαλέξη τσ’ άντρες
Να πάρη τσ’ άντρες τσί καλούς τσί καστροπολεμάρχους
Απού τα κάστρη πολεμούν.

Ο ξενητεμένος
Όντε μ’ εγέννα η μάνα μου κι όντε μ’ ακοιλιοπόνα
Ήταν αντάρα και βροχή και καταχνιά μεγάλη,
Ήταν πηλά στην πόρτα μας και βούρκα στην αυλή μας
Κ’ ήρθεν η μοίρά μου να μπή να με χρυσομοιράνη,
Κι εγλύστρηξεν εις τα πηλά κι έπεσεν εις τα βούρκα
Κι ωργίστηκε μου η μοίρα μου κ’ εκαταράστηκε μου,
Να πορπατώ στη ξενιθιά κ’ εις τον αλαργον κόσμο
Ξένοι να πλύνουν ρούχα μου, ξένοι να μ’ αναρράφτουν.

Η πλούσια κι η φτωχή μάνα
Πέρα στην πέρα γειτονιά πέρα στην πέρα ρούγα
Κοιλιοπονούν δυό λυγαριές, μια φτωχιά μια πλούσια
Στσή πλούσιας μπαινοβγαίνανε εκατοδυό μαμήδες
και ς’ τση καημένης τσή φτωχιάς η Παναγιά κι ο γυιός της.
Κάν’ η φτωχιά έναν παιδί κι η πλούσια ένα φίδι.
Και παίρνουν-ε το τσή φτωχιάς και πάνε ντο τσή πλούσιας.
Και το παιδί εμίλησε πάνω ς ’τσί τρεις ημέρες:
-«Αμέτε με ‘ς τσή μάνας μου να με γλυκοβυζάξη
γιατί είναι τούτης-σες πρικιό, φαρμακογαλιασμένο
και μ’ εφαρμάκεψε κι εμέ».

Τα αγαθά του Θεού
Σιγά σιγά βρέχειν ο Θιός και σιγανά χιονίζει
Κι έχει και κρύγιος στα βουνά, το χιόνι ‘ς τσί Μαδάρες.
Κι απούχει σπίθια ροδωτά και σπίτια ροδωμένα
Κι έχει και στάρι και κρασί και λάδι στα πιθάρια
Και στα βαρέλια του κρασί και ξύλα στην αυλήν του,
Κι έχει και κόρην όμορφη και στη φωθιά καθίζει.
Κι ά δε βαριέται ο Θεός ας βρέχει, κι ας χιονίζει (1).

(1) Το νόημα του τραγουδιού αυτού ταιριάζει με το περιεχόμενο του μελικού ποιήματος του Αλκαίου
«Καταπολέμησις του Χειμώνος»:
Ύει μεν ο Ζεύς, εκ δ’οράνω μέγας
Χειμών, πεπάγαισιν δ’υδάτων ρόαι…
Χάββαλλε τον χείμων, επί μέν τίθεις
Πύρ, εν δε κέρναις οίνον αφειδέως
Μέλιχρον, αυτάρ αμφί κόρσα
Μάλθακον αμφιβάλλων γνόφαλλον

Τα παλληκάρια των Σφακιών
Θέλεις να’ δής και να χαρής όμορφα παλληκάρια;
Κι αδυνατά και τρομερά ως είναι τα λιοντάρια;
Άμε στο Φραγκοκάστελλο νάναι τ’ Αγιού Νικήτα,
Να πιστευτής όσ’ άκουγες κι από πολλούς εγροίκας.
Τότες συντρέχου τα χωριά, τα πάνω και τα κάτω
Να δείξου την ευλάβεια και τέχνη των αρμάτων
Κάνου γυμνάσματα φριχτά, π’ άνθρωπος τα τρομάσσει
Κι οι τρίχες του σηκώνουνται κι ο νούς του παραλλάσσει.
Ούλοι τσή Κρήτης οι Αητοί έρχονται για να ιδούσι
Τσί ξακουσμένους Σφακιανούς μαζί ν’αγωνιστούσι.

Τα γενικά λοιπόν τραγούδια σπάνια τονίζουν καθαρά προσωπικές αναδείξεις ξέχωρα από το σύνολο, κι αν καμμιά φορά συμβεί ν’ απομονωθεί το πρόσωπο για να προβληθεί πιο έντονα μέσα στο ποιητικό φόντο, τούτο γίνεται πάλι μέσα σε μια στενή αμοιβαιότητα του συνόλου και του ατόμου.
Ο λαϊκός ποιητής είναι ο μεγάλος άγνωστος, κανένας δεν τον ξέρει. Μοιάζει σαν τον Τρουβαδούρο που γυρίζει και ψάλλει στις νύχτες. Δεν τον βλέπει κανένας μα όλοι τον ακούουν και τον αισθάνονται!

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

                        

Τα πιο πολλά από τα ριζίτικα τραγούδια έχουν ιστορικό χαρακτήρα. Επειδή όμως έχουν αρμοσθεί σε όλους τους σκοπούς, μπρορούμε να πούμε πως το περιεχόμενο αρκετών ακολούθησε την τύχη της μουσικής, αλλοιώθηκε δηλαδή από τα πολυάριθμα συμπήγματα που έφεραν οι περιστάσεις και τα γεγονότα σε σημείο που το νόημα να είναι συγκεχυμένο, αινιγματικό και πολλές φορές αλλοπρόσαλλο.
Το περίεργο δε είναι ότι τα περισσότερα σχεδόν ακολουθούν το σκοπό του Διγενή Ακρίτα.

Αυτό σημαίνει πως τα πιο πολλά κινούνται στη βασική πηγή του ακριτικού κύκλου και ότι μερικά απ’ αυτά στην πορεία του χρόνου ανακυκλώνουν πανάρχαια απηχήματα που φτάνουν από την εποχή του Νικηφόρου Φωκά ως τα σήμερα.
Σαν πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα φέρνω ένα καινούργιο τραγούδι που έγινε τον καιρό της γερμανικής κατοχής ακολουθώντας την παμπάλαια μουσική και ορισμένα στοιχεία μιάς προγενέστερης δημοτικής φρασεολογίας:

Άντρες, γυναίκες και παιδιά, τσή Κρήτης αντρειωμένοι!
Τσή λευτεριάς τη Ρήγισσα ήρθανε να σκλαβώσουν.
Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός κι η Θάλασσα φουσκώνει,
Τα όρη αναταράσσονται και τα βουνά βρουχούνται
Κι ο Διγενής σέρνει φωνή από τον Ψηλορείτη:
- «Απού ‘χει άρματ’ ας βαστά κι απού δεν έχει ας βρίστει». (1)
(1) Ο τελευταίος στίχος μοιάζει με τον ανάλογο του τραγουδιού «προειδοποίησις εμφανίσεως εχθρού» (321 ποίημα της συλλογής Ι. Παπαγρηγοράκη), η δε φράση «βροντά κι αστράφτει ο ουρανός» είναι κοινή εις τα τραγούδια του Διγενή, το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τη φράση «τσή λευτεριάς τη Ρήγισσα» που συναντάται στο τραγούδι «τρώτε και πίνετ’ άρχοντες».

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα δημοτικά μας τραγούδια ουσιαστικά δεν ξεπερνούν το δέκατο αιώνα. Αυτό δε σημαίνει πως οι προηγούμενοι αιώνες ήσαν νεκροί. Η λαϊκή μνήμη που κράτησε τόσους θρύλους δεν ξεχνά εύκολα.
Τα ριζίτικα τραγούδια διαφύλαξαν πολλά ιστορικά στοιχεία, ιδιαίτερα στην περίοδο των Ενετών και των Τούρκων. Ορισμένα απ’ αυτά ανήκουν σε άγνωστες ιστορικές πτυχές και άλλων το περιεχόμενο είναι αρκετά παραφθαρμένο και διάχυτα απλωμένο σε ιστορικές εκτάσεις που είναι αδύνατον να προσδιοριστούν.

Το πιο κάτω τραγούδι παρουσιάζει σπέρματα του Ακριτικού κύκλου που κινούνται σε διάφορα χρονικά στρώματα, με αρκετές ανακατατάξεις των ιστορικών στοιχείων προς τα πάνω:

Ο Προσφύρης
Μιάν καλογριά κοιλιοπονά χρόνο και πέντε μήνες
Να κάμ’ υγιό τον Πρόσφυρο τον άντρα του πολέμου.
Την πρώτη ‘ζώστη το σπαθί, την άλλη το κοντάρι
Την άλλη των εζήτηξε να βρή ψωμί να φάη,
Την άλλη εκαυκήστηκε, πως άντρα δε φοβάται
Μηδέ το Γιάννη το ντελή μηδέ το Νικηφόρο
Μηδέ τον πρώτο Πρόσφυρο, που τρέμ’ η γής κι ο κόσμος.
Κι ο βασιλιάς ως τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη.
Βάνει τ’ασκέρι «πήγαινε» πάει τη στράτα στράτα
Ο πρώτος που απάντηξε ήταν ο Προσφύρης:
-«Έ μωρέ συ ψηλοβοσκέ, δείξε μας τον προσφύρη»
-«Στυλώσετέ μου τσ’ αίγες μου κι εγώ σας τόνε δείχνω».
Στυλώνουνέν του τσ’ αίγες του και στυλωμό δεν έχουν,
Παίζει κι’ εκείνος μια σφυριά κι ευτύς τσί πρεμαζώνει.
-«Εγώ ’μια κι ο ψηλοβοσκός, εγώ ’μαι κι ο Προσφύρης
εγώ ‘μ’ απού καυκήθηκα πως άντρα δε φοβούμαι
μηδέ το Γιάννη το ντελή μηδέ το Νικηφόρο
μουδέ τον πρώτο Πρόσφυρο που τρέμ’ η γής κι ο κόσμος».
Πιάνουν μπισταγκωνίζουν τον στη μέση τόνε βάνουν
Ράφτουνε τα ματάκιαν του με δυό λογιώ μετάξι
Χέρια και πόδια δένουνε μ’ οχτώ λογιώ αλυσίδες:
-«Σ’ ούλον τον κόσμ’ αμέτε με κι ύστερα ‘ς τσ’ αδερφής μου
εις τσ’ αδερφής μου τσή Καλής εκεί μ’ υστεραμέτε».
Κι εκείνοι στο πεισματικό εκεί τον πρωτοπήγαν:
-«Δε σού’πα ΄γώ, αδερφάκι μου, να μην πολυπαινάσαι;
Γιατί ’να κι άλλοι άρχοντες και κι άλλα παλληκάρια;
Κόρδισε τα ματάκια σου να σπάσης το μετάξι,
Χέρια και πόδια κόρδισε να σπάσης τσ’ αλυσίδες
Να πιάσης το σπαθάκι σου τσ’ αγιοκωνσταντινάτο
Να ιδούν οι φράγκοι τα σκυλιά,πώς είν’ τα παλληκάρια».
Εκόρδισε τα μάθια του κι έσπασε τσ’ αλυσίδες.
Στο έμπα χίλιους έκοψε στο έβγα δυό χιλιάδες
Κι ώστε να στριφογυριστή δεν ηύρηκε να κόψη
Κι η γι αδερφήν του η καλή έκανε το σεϊρι.

Δεν χωρεί αμφιβολία πως το τραγούδι αυτό είναι μια από τις παραλλαγές του ακριτικού «Πορφύρης» που αναφέρονται και τα πολυτραγουδισμένα ονόματα του Βάρδα και του Νικηφόρου που ήταν παιδιά του Λέοντος του αδερφού του Νικηφόρου Φωκά, καθώς και του «στραβοτράχηλου» που δεν είναι πάλι άλλος από τον Νικηφόρο το γυιό του Βάρδα Φωκά.

Το τραγούδι αυτό υπάρχει και στην Ανατ. Κρήτη με ορισμένες διαφορές στη φρασεολογία. Μοιάζει κάπως με το ακριτικό «Πρόσφορος» (Χ.Ι. Παπαχριστοδούλου: Δημοτικά τραγούδια Ρόδου, από το «Λαογραφικόν δελτίον» τόμος 18ος) όπως ακούεται στη Ρόδο και που φαίνεται πως είναι αρκετά μεταγενέστερο από το ανάλογο της Καπαδοκίας που αναφέρει ο Άγις Θέρος (Λαογραφικό δελτίο, τόμ. 13ος σελ. 136 κ.ε.).
Η παραλλαγή της Καπαδοκίας έχει πολλές ομοιότητες με εκείνην των ριζίτικων τραγουδιών στο γενικό νόημα, διαφέρει μόνο σε ορισμένα σημεία.
Στο ριζίτικο μητέρα του Προσφύρη είναι «Μιάν Καλογρηά» ενώ στην παραλλαγή της Καπαδοκίας είναι «χήρας παιδίν».
Φαίνεται πως το αρχικό νόημα του τραγουδιού διασπάστηκε τοπικώς υπακούοντας τη μοίρα της δημοτικής ποίησης, και ακολουθώντας την ανάγκη της χρονικής αναμόρφωσης ανάλογα με τις συνθήκες και τα ιστορικά δεδομένα. Έτσι στοιχεία από την αρχική παράδοση πήρε ένα άλλο ριζίτικο (489 τραγούδι από τη συλλογή Ι. Παπαγρηγοράκη), όπου ο πρωταγωνιστής αναφέρεται σαν «χήρας υγυιός», χωρίς να παραλείψει εδώ τον «Πολυτρίχηλο» (τρεμοτράχηλο) που δεν αναφέρεται στο παράλληλο της δυτικής Κρήτης, διατηρείται όμως στον ανάλογο της Ανατολικής στο στίχο:

Και στο δεξό ντου γύρισμα, μούδ’εύρε, μούδ’αφήκε
Μόνο τον Παρατράχειλο σε μια βουρλιά ’ποκάτω

Σ’όλες τις παραλλαγές ο Πορφύρης παρουσιάζεται με υπερφυσικά χαρίσματα που αυτά ακριβώς τον κάνουν να μη λογαριάζει κανένα και να έρχεται σε σύγκρουση με τον ίδιο το Βασιλέα.
Ίσως ακόμα στο όνομα «Πορφύρης» να ενσαρκώνεται ο αντιπροσωπευτικός τύπος του αγέρωχου αγωνιστή, που η δημοτική μούσα τον ανέβασε ψηλά και του έδωσε σπάνια χαρίσματα και υπερφυσικές δυνατότητες.
Η λαϊκή παράδοση, θέλει τη γέννησή του μέσα στη φυλακή κι εκεί πρόκειται να φανερωθούν τα καταπληκτικά προτερήματά του. Από την αρχή έτσι ήμαστε προετοιμασμένοι ν’ αντικρύσωμε ένα «ρέμπελο», που αγωνίζεται να σπάση τα δεσμά κάθε καταπιεστικής εξουσίας.

Εντύπωση πάντως προκαλεί εδώ το τραγούδι με τίτλο «Το στοίχημα του βασιληά και του Μαυριανού». Το όνομα «Μαυριανός» είναι του ακριτικού κύκλου, η υπόθεση όμως είναι κάπως περίεργη και αναφέρεται, όπως ο Ν. Πολίτης παρατηρεί, στη δοκιμασία της αρετής της γυναίκας και στην περίπτωση αυτή, απάντρευτης αδελφής.
Οι διάφορες παραλλαγές μιλούν σχεδόν για την ίδια υπόθεση. Αρκετά μοιάζει η παραλλαγή που αναφέρει ο Ν. Πολίτης στις «Εκλογές» του, καθώς κι εκείνη που παραθέτει ο Ζαμπέλιος εις το έργο «Άσματα δημοτικά της Ελλάδος» με την ανάλογη που βρίσκουμε στις συλλογές των ριζίτικων τραγουδιών.
Το τραγούδι αυτό υπάρχει στις συλλογές του Γιάνναρη, του Κριάρη, του Βλαστού καθώς και την τελευταία του Ι. Παπαγρηγοράκη, απ’ όπου παίρνουμε το κείμενο:

Ο βασιληάς κι ο Μαυριανός σε περιβόλι τρώγουν
Αθιβολές δεν είχανε κι’αθιβολές εφέραν
Για τσ’όμορφες για τσ’άσκημες εκείνην την ημέρα
-«ωσάν το ρόδο τ’ανοιχτό, το λουλουδάκι τ’άσπρο
έχω κι εγώ μιάν αδερφή, μ’αλήθεια δεν πλανάται».
-«Αν την πλανέσω, Μαυριανέ, είντα ν’το στοίχημά σου;
-«Αν την πλανέσεις, βασιληά, πάρε την κεφαλή μου,
πάλι και ά δεν πλανεθή είντα ’ναι το δικό σου;»
-«Πάρε το βασιλίκι μου και τη χρυσή κορώνα».
Παίρνει το βιτσαλάκιν του στο φόρος κατεβαίνει
Βρίσκει μαυλίστρες δεκαοχτώ, μαγεύτρες δεκαπέντε,
Και πάνε και τη βρισκούνε σ’ολόχρυσες καθέκλες.
-«Καλώς σε βρήκαμε, ροδιά, βιόλα, ξεφουντωμένη,
νερατζοπούλα φουντωτή και μ’ανθή στολισμένη.
-«Δε θέλω’γω παινέματα κι ο Μαυριανός μανίζει,
κι ανηβουλής του Μαυριανού πράγμα να μήνε γείνη».
-«Χιλιάδες προσκυνήσματα απού το Βασιλέα,
κι αν είναι με το θέλημα να μείνη μετά σένα.»
-«Τα παραθύρια ξέρει τα, τσί πόρτες μας κατέει
ούλα θα τά’χωμ’ανοιχτά κι όντεν ορίζ’ας έρθη.»
Απής τσι συναποβγαλε στο μαγερειόν τση μπαίνει
Τα κούρταλα καταχτυπά τσή βάγιες τση μαζώνει:
-«Βάγιες, απού τσι βάγιες μου ποια θα με ξεμιστέψη,
να βάλω ’γω τα ρούχαν τση κι εκείνη τα δικά μου».
΄Που τσί σαράντα βάγιες τση καμμιά δεν αποκρίθη
μόνο η λιό μικρότερη και ηλέγαν την Μαρία.
-«Εγώ ’μ απού τσι σκλάβες σου που θα σε ξεμιστέψω
να βάλω ’γω τα ρούχα σου, να βάλης τα δικά μου».
Μπαίνει και την εστόλιζε απ’το ταχύ ως το βράδυ,49
Τέσσερεις την εστόλιζε κι οχτώ τσή παραγγένει,
-«Βλέπου σε, Μαριγάκι μου, να μη με μαντατέψης,
κι ά σε τσιμπήση τζίμπα τον κι ά σε φιλήση φίλιε,
κι αν κόψη και κομμάτι σου μιλιά να μην του βγάλης».
Καθώς την αποχτένιζεν, ο Βασιλιάς προβαίνει
Με σείσμα και με λύγισμα τη σκάλαν τσ’ανεβαίνει.
Απού στη χέρα την αρπά στην καμάρα τη βάνει,
Κι απού το βράδυ ως το ταχύ, τη τζίμπα και τη φίλιε.
Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα τσή κοψε το δαχτύλι,
Τσή κοψε το χαχτύλιν τση με κοφτερό ξυράφι
Και τ’αποξημερώματα τσή κοψε την πλεξούδα,
Απού’τον ομορφόδετη μ’ολόχρουση κορδέλλα.
Και το ταχύ κατέβαινε τη σκάλαν τση με γέλια
Κι εβάστα και του Μαυριανού δαχτύλια και πλεξούδες.
-«Έλα να ιδής’δα, Μαυριανέ, σημάδια τσ’αδερφής σου».
-«Δεν είνιε τούτα τσή σγουρής, δεν είνιε τσή ξανθής μου,
Όξω και να με γέλασε η σκύλλα η γι αδερφή μου».
-«Σ ούλον τον κόσμο αμέτε με, σ’ούλο γυρίσετέ με
κι εις τσ’αδερφής μου την αυλή αμέτε σφάξετέ με».
Κι η γι αδερφήν τ’ως τ’άκουσε πολά τσή βαροφάνη
Κι εμπήκε κι εστολίζεντο με τη μεγάλη βιάση.
Βάνει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι
Και του κοράκου το φτερό βάνει καμαροφρύδι.
Κι’απής αποστολίστηκε κιέγινε σαν την βιόλα
Ξεπόρτισεν η λυγερή στου Βασιλιά να φτάξη.
Τη σκάλαν του ανέβηκε μόνο με μια βαγίτσα
Κι εβάστα κι εις την χέραν τση μαλατένια βίτσα,
-«Στη μπάντα σεις, οι γι άρχοντες στην μπάντα κι οι αγάδες
να πα να ιδώ το Μαυριανό γιάντα να τονε πνίξουν».
-«Την αδερφή του πλάνεσα και θα τόνε φουρκίσω».
-«Μα σύ κι αν την επλάνεσες, δείξε μου τα σημάδια»
-«Τη νύχτα τα μεσάνυχτα τσή κοψα το δαχτύλι,
τσή’κοψα το δαχτύλιν τση με κοφτερό ξυράφι,
και τ’αποξημερώματα τσή’κοψα την πλεξούδα,
απού’τον ομορφόδετη μ’ολόχρουση κορδέλλα».
Απλώνει τα χεράκιαν τση, κάτασπρα σαν το γάλα:
-Για ιδέτ’εσείς οι γι άρχοντες λείπει μ’εμέ δαχτύλι;»
Ρίχνει και τα σγουρά μαλλιά γεμίζ’ η γής λουλούδια
-«Για ιδέτ’αγάδες κι άρχοντεες λείπει μου η πλεξούδα;
Γ ή λείπ’απού τα μάγουλα η ροδοκοκκινάδα;»
Έ τότες να τον πνίξετε το Μαυριανή στη φούρκα
Κι εμέ τρίδιπλη βάλετε εις το λαιμό καδένα.
Μα σένα δε σου στέκει μπλιό να’ης το βασιλίκι,
Σα χοίρος σα χοιροβοσκός να κάθεσαι στην Κρήτη.
Σα να’σουνε φαμέγιος μας σαν νάσουν δουλευτής μας
Ετσά σ’εμπεγεντίσαμε με την αναθρεφτή μας
Και πάρε το μουλάρι μας να πάης εις τα ξύλα
Να ψήσωμε το φαγητό να πάρης τη Μαρία.

Η χαλαρή λογική σύνδεση των τελευταίων στίχων καθώς και το διαφορετικό ύφος της ποιητικής έκφρασης δείχνουν καθαρά πως το κομμάτι αυτό, καθώς και ορισμένα άλλα σημεία είναι μεταγενέστερα (ίσως της περιόδου της Τουρκοκρατίας), που μπήκαν σαν προσθήκες πάνω στο παλιό κορμί, προσαρμοζοντάς το όλο, όσο ήταν δυνατό, στη γενικη αίσθηση της εποχής εκείνης.
Εξάλλου η λέξη «αγάδες» πλάϊ στη λέξη «άρχοντες» και μερικές άλλες δείχνουν την Τουρκική επίδραση πάνω στην παληά σύνθεση.
Το ανάλογο μέρος του ποιήματος στο βιβλίο του Ζαμπέλιου (Άσματα δημοτικά της Ελλάδος) έχει ως εξής:
Σύρ’έπαρε τη μούλα μου να πάς να φέρεις ξύλα
Τη δούλα μου’κοιμήθηκες, και δούλος μου να γένης!»
Πιο ολοκληρωμένη στη διήγηση και τη μορφή φαίνεται η παραλλαγή του Ν. Πολίτη, αντίθετα αυτή που βρίσκεται στις συλλογές των ριζίτικων τραγουδιών παρουσιάζει αρχαϊκά στοιχεία πιο χτυπητά δεν έχει όμως την πληρότητα και τη συνοχή της πρώτης.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι πιο κάτω στίχοι:
«Παίρνει το βιτσαλάκιν του στο φόρος κατεβαίνει
βρίσκει μαυλίστρες δεκαοχτώ, μαγεύτρες δεκαπέντε…»

Από τους δύο πρώτους στίχους της παραλλαγής του Ν. Πολίτη,
(Εδά τραπέζι όμορφο, με καμουχά στρωμένο
ο βασιλιάς κι ο Μαυριανός κι ο Μικροκωσταντίνος),
μαθαίνουμε το όνομα του Βασιλιά.
Συνηθισμένο όνομα του ακριτικού κύκλου που εδώ επισυνάπτεται με εκείνο του Μαυριανού.

Συμβαίνει πολλές φορές, στα δημοτικά τραγούδια, τα γεγονότα να μην αποδίδονται στα μέτρα τους, αλλά σύμφωνα με τη βούληση και τη γενική νοοτροπία της μάζας, που τα διαμορφώνει ανάλογα με την καθολική ηθική αίσθηση και την συναισθηματική συγκίνηση του συνόλου.
Θα ήταν επομένως μάταιο να αναζητήσουμε την πραγματική αλήθεια και να φτάσουμε στις ιστορικές βάσεις του τραγουδιού, με κάποια αβεβαιότητα, αν καμμιά φορά ορισμένες ομοιότητες και διάφορες ιστορικές σχέσεις δε ρίξουν αμυδρό φως κάπως στα σκοτεινά και αλλοπρόσαλλα τούτα στοιχεία του κειμένου.

Ένα άλλο ακόμα ποίημα εξαιρετικό για την ποιητική του σύλληψη και τις ιστορικές του ενδείξεις είναι το πιο κάτω που φαίνεται πως είναι της τελευταίας περιόδου της Ενετοκρατίας:
Σε ποταμόν ανάσερνα κι ήμουνα διψασμένος
Κι εξέτρεχα τον ποταμό να βρώ την ώρηα βρύση.
Βρίστω τη βρύση κι έστεκε κι ήτονε κι αβρυασμένη.
Αβρυά ’χε κι’ εβρυοσκόλακα κι ώρηο μπεριμποκλάδι.
Σκύφτω και τσή βγανα τα βρυά να πιώ νερό δροσάτο
Κι άγγελος μου’ συρε φωνή ’που τσ’ ουρανούς απάνω:
-«Αν είσ’ Οβρηός μαγάρισε και αν ήσαι Τούρκος πιέ το
Κι αν είσαι χριστιανόπουλο βλέπου μη μαγαρίσης
Φραγκόπουλα περάσανε κι έπλυναν τα σπαθιάν των
Που κόψαν Τούρκων κεφαλές και Γιανιτσάρ Αγάδω
Κόβγουν και μιάς Εμίρισας πούτονε γαστρωμένη
Τριώ μηνώ’τον το παιδί, βγαίν’ απού την κοιλιά τση
-«Αφήστέ με να σηκωθώ τον κόσμο να γνωρίσω.
Να ιδώ και ποιοι ’ν’ οι φίλοι μου και ποιοί ’ν’ οι γι εδικοί μου
Ποιοι ’ναι απού καταλύσανε τη μάνα τη δική μου
Τότες να ιδήτε πόλεμο, τον κάνουν οι γι αντρειωμένοι.
Τον κάνουν οι γι άντρες οι καλοί οι καστροπολεμάρχοι

Ένα από τα πιο παλαιά τραγούδια που μπορεί να συναντήσει κανένας είναι και το πιο κάτω, που οι ρίζες του φτάνουν πολύ βαθειά, ως τα χρόνια των Σαρακηνών και την ένδοξη ίσως βασιλεία του Νικηφόρου Φωκά:
Απέστειλε ’μ’ ο βασιληάς τσί βίγλες να μπαστίσω
Κι ούλες τσί βίγλες μπάστισα κι ούλες λαγώνεψά τσι
Κι ούλες τσί βρήκα ξυπνητές κι ούλες τσι παραβλεπα
Τη βίγλα τω Σαρακηνώ ηύρηκα κι ακοιμάτο
Ξύπνα λουβοσαρακηνέ.

«Πότε θα κάμη ξαστεριά» Το ιστορικό του τραγουδιού


Ένα από τα πιο συνηθισμένα τραγούδια, που διακρίνεται για το σκοπό του και το περιεχόμενο και που έχει ξεπεράσει τα όρια της Κρήτης και έχει γίνει σχεδόν πανελλήνιο, είναι και τούτο που μοιάζει σα ρυθμικό και μεγαλόπρεπο εμβατήριο:

«Πότε θα κάμη ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίση…»

Μ’ αυτό το τραγούδι έχουν ασχοληθεί όσοι μελέτησαν το λαογραφικό υλικό του τόπου, όπως ο Κριάρης, ο Ι. Παπαγρηγοράκης και ο Σ. Κελαϊδής και οι ιστορικοί Ψιλάκης και Μουρέλλος.
Περισσότερο κατά τη γνώμη μου πλησιάζει την πραγματικότητα ο Β. Ψιλάκης με το να το θεωρεί πολύ παλαιό τραγούδι, που είναι «αμφίβολον αν ανήκει και αφορά εις την τουρκικήν εποχήν ή εις την ενετικήν…»
Και άλλη φορά διατυπώμεται η γνώμη ότι το τραγούδι αυτό είναι μετατροπή κάποιου πολύ παλαιότερου, και που η αρχική του μορφή ήταν αυτή περίπου που αναφέρουν οι συλλογές:

Χριστέ να ζώνουμουν σπαθί και νάπιανα κοντάρι
Να πρόβαινα στον Ομαλό στη στράτα τω Μουσούρω,
Να σύρω ταργυρό σπαθί και το χρυσό κοντάρι
Να κάμω μάνες δίχως γυιούς, γυναίκες δίχως άντρες (Ν. Καβρουλάκη: «Η λογοτεχνία στην υποκειμενική και αντικειμενική θεώρησή της» σελ. 72).

Η αρχή λοιπόν του τραγουδιού μπορεί να συμπεράνει κανένας τόσο από τη φρασεολογία, όσο και από το όνομα, φτάνει ίσως ως τα χρόνια του Βυζαντίου ή το πιθανότερο στην περίοδο των Ενετών.
Η οικογένεια των Μουσούρων είναι από τις παμπάλαιες οικογένειες, που ήρθαν από το Βυζάντιο και αναφέρεται σε πολλές πηγές, ως και το χρονικό του Α. Trivan καθώς και τις αναφορές των Ενετών προβλεπτών του Νομού Χανίων.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίδει ο προβλεπτής Ιωάνν. Μοντσενίγκος περί το 1589 «οι Κρήτες ευγενείς, λόγω της υπεροχής την οποίαν έχουν μετά τους Βενετούς, εν σχέσει προς τους άλλους κατοίκους, δεν χαίρουν εκτιμήσεως και υπολήψεως εκ μέρους των κατοίκων των πόλεων. Οι χωρικοί προς πάντας τούτους, εις τους οποίους υπόκεινται και τους οποίους είναι υποχρεωμένοι να υπηρετούν, διάκεινται δυσμενώς»


Σήμερα «στράτα των Μουσούρων» λέγεται ο δρόμος που οδηγεί από το χωριό Λάκκους στον Ομαλό. Εκείνη όμως την εποχή που έγινε το τραγούδι μια οικογένεια από τους Μουσούρους, που είχαν σκορπισθεί στα χωριά, που αναφέραμε, κατοικούσε στον Ομαλό για λόγους ασφαλείας. Οι ντόπιοι φυσικά δεν είχαν κανένα λόγο να είναι ευχαριστημένοι ούτε από την κυριαρχία των Ενετών ούτε από την αυθαιρεσία των Αρχοντορωμαίων.
Πόσο ήταν ευχαριστημένοι οι κάτοικοι από την κατάσταση αυτή φανερώνουν οι δυό επιστολές των Σφακιανών προς τους Βενετούς προβλεπτές (Κρητικά χρονικά Α. σελ. 431), καθώς και το λαϊκό τετράστιχο της εποχής του Καντανολέοντα, που σατίριζε, (κατά το χρονικό του Τριβάν) με τον πιο ειρωνικό τρόπο την προσωρινή εξουσία της επαναστάσεως του 1570:

Ποιος είδε κοντή σύντυχο
Κανδάνολε Ρετούτη
Και Πατερό γραμματικό
Μουσούρο Κατζελιέρη.

Μωρέ κοπέλια Σφακιανά, όσα’στε των αρμάτω
Πιάστε τα και γλακήσετε στον Ομαλό να πάμε
Κι έκαμαν πάλι φονικό οι γι αρχοντομουσούροι.
Το Γιάνναρη σκοτώσασι, το νιό τον παινεμένο.

Με το θέμα αυτό πρέπει να συνδυάσουμε και το πιο κάτω, που ατυχώς διατήρησε μόνο τρείς στίχους, όπως βρίσκονται στις συλλογές του Γιάνναρη και του Κριάρη και που φέρνει το τίτλο «Ο Γιανναρο-Νικόλας»:

Νικόλα, τ’αντροκάλεσμα άφης το μην το κάνης
Κι ακόμα ζωντανοί ’μεστα, κι ακόμα γής παθιούμε
Κι ακόμα τα δοξάρια μας κι εκείνα ζωντανά ’νιε.
Τα δυό παραπάνω τραγούδια φυσικά είναι πολύ παλαιότερα από το πιο κάτω τραγούδι που ορισμένοι το συνδυάζουν με τα προηγούμενα:
Φωνήν και κλάημαν άκουσα στ’ Ορθούνι και στσί Λάκκους
Το Γιάνναρη σκοτώσανε, χαημός στο παλληκάρι.
Δεν πάει μπλιό στον Ομαλό στα ρημοκούραδάν του
Να βρή τσί συζευτάδες του να ιδή και τσί βοσκούς του,
Να τώνε δείξη χειμαδιό και τόπους ιδικούς του.

-«Νικόλα κι εμπατσίσαν το πέρα το ’ρημοχώρι,
πιάνουν τσί πόρους πιάνουν τσι…
Νικόλα, τ’αντροκάλεσμα δε στο’πα μην το κάνεις;»
-«Αφέντη, δεν το δέχομαι, δεν το βαστά η καρδιά μου
νάρχοντ’οι κακογέννητοι ν’αναπαθιού τσ’αυλές μας
Τρείς πόρους έχου τα Σφακιά κι αφήστε μου τον ένα
Τον ένα τον πλατύτερο, κείνο τον πιο μεγάλο»

Ενάντια στη βία, την απληστία και τη φεουδαρχική νοοτροπία των Μουσούρων στράφηκε η οργή και το μίσος των κατοίκων της περιοχής, που φεύγοντας την τυραννία των Ενετών και την αυθαιρεσία των αρχοντορωμαίων, έπιασαν τα βουνά σα «ρέμπελοι» αγωνιστές της Ελευθερίας.
Έτσι μέσα από το πάθος, το μίσος και την εκδικητική μανία του καταπιεζομένου, βγήκε το τραγούδι «Χριστέ να ζωνόμουν σπαθί…», που μεταμορφώθηκε αργότερα στο περίφημο τραγούδι της περιόδου της Τουρκοκρατίας:

Πότε θα κάμη ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίση.
Να πάρω το τουφέκι μου την όμορφη πατρώνα
Να κατεβώ στον Ομαλό, στη στράτα των Μουσούρω,
Να κάμω μάννες, δίχως γυιούς, γυναίκες δίχως άντρες
Να κάμω και μωρά παιδιά μαύρα σκοτεινιασμένα.

Εδώ θα παραθέσουμε μονο τα πιο παλιά και ιδιαίτερα αυτά που συνδέονται με γεγονότα μεγάλης ιστορικής σημασίας.
Ένα απ’αυτά είναι και το περίφημο «Μπαρμπαρέσσοι»:

Ήλιε που βγαίνεις το ταχύ, σ’ούλον τον κόσμο δούδεις
Σ’ούλον τον κόσμο ανάτειλε, σ’ ούλην την οικουμένη
Στο Μπαρμπαρέζω τις αυλές, ήλιε, μην ανατείλεις,
Γιατ’ έχουν σκλάβους όμορφους πολλά παραπονιάρους
Και θα γραθού οι αχτίδες σου ’που τω σκλαβώ τα δάκρυα.
(Συλλογή Γιάνναρη)


Πρόκειται για τους φοβερούς αγαρηνούς του Χαϊρεδίν Βαρβαρόσσα, που, όπως αναφέρει ο Φίνλεϋ, «άφησε δυό χιλιάδες σκλάβους στον οίκο του, και η χήρα του Μωχάμετ Σοκολλή είχε στην κατοχή της στα 1582 εννέα χιλιάδες σκλάβους όλους παιδιά χριστιανών». (Ιστ.της Τουρκοκρατίας και της Ενετοκρατίας σελ. 73).

Πολύ συνηθισμένο στα γλέντια είναι το τραγούδι εκείνο που αναφέρεται στην κατάληψη του Κάστρου (Χάνδακα) από τους Τούρκους το 1669.

Κάστρο και πού ’ν’ οι πύργοι σου και τα καμπαναργιά σου
Και πού ’ν’ οι γι αντρειωμένοι σου, τα όμορφα παλληκάρια;
-«Μα μένα οι γι αντρειωμένοι μου τα όμορφα παλληκάρια
η μαύρη γής τα χαίρεται στο μαυρισμένο Νάδη.
Δεν έχω αμάχι τσή Τουρκιάς μουδέ κακιά του Χάρο,
Μόνο ’χω αμάχι κι όργητο του σκύλου του προδότη
Απού μου τα κατάδουδε.

Και δεν είναι άσχετη η πτώση του Μεγάλου Κάστρου, κατά τις συγκλονιστικές κρίσιμες αυτές στιγμές, με τις απαίσιες και δολερές ενέργειες κάποιου εφιάλτη Ανδρέα Μπαρότση, που ο Μπουνιαλής τον χαρακτηρίζει:
Φράγκικα δεν απίστευγε, δεν ήτονε Ρωμαίος,
Μόνο γιατ’ είχε βάπτισμα, μα πέρνα σαν Εβραίος.

Χριστέ και νάσπουν τη φλακή νάφευγ’ απού το κάστρο
Να πάρω δίπλα τα βουνά να βγώ στον Ψηλορείτη
Να μου βγορίσουν τα Σφακιά, ταρμί του Καλλικράτη
Ν’ακούσω αρμάτω ταραχή.
Είναι ο πόθος του Σφακιανού ν’ αποκτήσει την ελευθερία του ύστερα από τις φοβερές δοκιμασίες μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη.

Στα ριζίτικα δύσκολα απομονώνεται ο ήρωας από την ομάδα, την οικογένεια και το σύνολο:
Μ’ απού τον Πατσιανό κινού μια δεκαρέ αντρειωμένοι
Μια δεκαρέ δωδεκαρέ, σωστοί ’σα δεκαπέντε,
Να βγούνε στην Ανώπολη, να βρούν τσί καπετάνιους,
Να βρούν το Δάσκαλο – Γιαννιό και το Ζαμπετογιώργη
Να βρούν και τον Πρωτόπαπα.
Και το Μιχελιουδόπαπα απού τον Άη Γιάννη
Να βρουν και τον Καραμουσά απ’την Αγιά Ρουμέλη.
(Βλέπε σχολ. Ι. Παπαγρηγοράκη).

Και αλλού:
Αφρουγκαστήτε, φίλοι μου, και σείς οι καλεσμένοι
Ν’ αναθιβάλω τσί γεννιές και τσ’ αναγυρισμένους.
Αγιά Ρούμελη Τζάτζιμοι, Α-Γιάννη Μιχελάκοι
Οι Βλάχοι στην Ανώπολη, χώρα Σφακιώ Στρατάκοι.
Στ ’Ασκύφου Μαυροπάτεροι, οι Παττακοί στη Νίμπρο
Δασκαλιανοί στον Πατσιανό, στ ’Ασφέντου είν’ οι Μπουρμπάχοι
Αυτοί ν’ οι γι άντρες των Σφακιώ οι γι αναγυρισμένοι.

Χαρακτηριστικό και το πιο κάτω:
Γεννές γεννές το σέρνουνε το καπετανηλίκι
‘ς’ τσί Λάκκους οι Γιαννάρηδες, Πρώϊμοι και Μπολάνοι
Σαρήδες και Παρασκιανοί, Μαντάκοι και Σκουλάδες.


Η ιστορική ερμηνεία των ριζίτικων τραγουδιών φέρνει πολλές φορές σ’ αδιέξοδο και σύγχυση, εξαιτίας του σκοπού, που στέκεται πάντοτε φορέα προσαρμογής των χρονικών και τοπικών στοιχείων.
Όσοι ασχολήθηκαν με τη συλλογή των ριζίτικων ξεκινούσαν με την απλή πίστη πως πρόσφεραν καινούργιο μόνο υλικό στο λαογραφικό θησαυρό της χώρας μας, χωρίς σχεδόν να υπολογίζουν ότι το περίεργο μουσικό υπόστρωμα των τραγουδιών αυτών ξεπερνούσε κατά πολύ τα ιστορικά στοιχεία που παρουσίαζε η ποίηση.
Ξεκινώντας απ’ αυτή την αρχή κύριος στόχος στάθηκε πιο πολύ η γενική ερμηνεία του ριζίτικου τραγουδιού σ’ όλη του την έκταση και λιγώτερο η αποκάλυψη του ιστορικού πυρήνα του κάθε τραγουδιού.

Προχωρώντας στο τέλος των ιστορικών τραγουδιών, μπροστά στη μεγάλη και σκοτεινή οθόνη της ιστορίας σα να ξαναβλέπομε φωτεινά τα μεγάλα λόγια του Σ. Ζαμπελίου:
«Ελευθερία, έρως, εθνισμός, πίστις, αυταπάρνησις, παραδόσεις, γλώσσα, προσδοκίαι, δικαιώματα, πάντα εξ αυτής εξήλθον της οδού. Ημείς, εκόντες άκοντες είμεθα τέκνα του Μεσαίωνος, στρατιώται του παρελθόντος, έμψυχον σύμβολον της αρχαιότητος».
(Άσματα δημοτικά της Ελλάδος).

ΕΡΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ


Τα ερωτικά τραγούδια που ακολουθούν την τάξη και την αρχαϊκή μουσική των ριζίτικων είναι ελάχιστα, κι εκείνα όμως διαμορφώθηκαν μέσα στο σοβαρό κλίμα των επιβλητικών εστιάσεων χωρίς έτσι να ξεφεύγουν από το κοινό αίσθημα μιάς αυστηρής ευωχίας. Στα τραγούδια αυτά δε θα δούμε βέβαια τον αρχαίο ερωτικό λυρισμό της έντεχνης ποίησης, ούτε τον υπερβολικό αισθησιασμό της μεσαιωνικής ρίμας.
Το ερωτικό πρόσωπο δεν αναδείχνεται με το εσωτερικό πάθος σα μονάδα, αλλά διαγράφεται σαν κοινή οντότητα μέσα στα όρια μιάς απρόσωπης συνείδησης.
Και συμβαίνει το κοινό τούτο νόημα του τραγουδιού να απωθείται στη σοβαρή κι αγέρωχη ροή της μουσικής έκφρασής σε σημείο που να χάνει το ερωτικό χρώμα του μέσα στη βαρειά και διάτονη απόδοση του ηρωϊκού μέλους.
Έτσι ενώ το νόημα εκτείνεται στα χαρακτηριστικά δημοτικά σύμβολα η μουσική παραπαίει ανάμεσα από το παθητικό Φρύγιο, ως το σεμνό Δώριο ήθος, ακολουθώντας διάφορους σκοπούς των ριζίτικων τραγουδιών.
Τα πιο κάτω τραγούδια, που κατά τη γνώμη μου ακολουθούν, τόσο στην ποίηση, όσο και στη μουσική, τις προϋποθέσεις που αναπτύξαμε πιο πάνω, αρμόζονται σε παμπάλαιους σκοπούς που εκφράζουν περισσότερο τη ρωμαλέα αίσθηση και λιγώτερο το λυρικό πάθος του ατόμου:
Η ζηλότυπη ερωμένη
Αυγερινός θε να γενώ νάρθω στην κάμαρά σου
Να ιδώ την τάβλα που δειπνάς την κλίν’απού κοιμάσαι
Την κόρη απ’ αγκαλιάζεσαι αν είν ’καλλιά ’πό μένα,
Κι αν είναι γαϊτανόφρυδη, κι αλυσσιδοπλεμένη
Κι αν έχει τα μαλίτσιαν τζη πολίτικα πλεμένα
Κι αν έχει αχείλι κόκκινο.

Αξιοπρόσεκτο και το ποιητικό σχήμα των πιο κάτω τραγουδιών:
Εγώ ’μνωξα τσ’ αγάπης μου
Εγώ ’μνωξα τσ’ αγάπης μου, βραδυά να μην τσή λείψω
Και μια βραδυά τσή ξώμεινα, μια νύχτα μιάν εσπέρα.
Γεμίζουν τα βουνά φωτιές και τα μουράκια δάκρυα
Και τα λαγκοπεράσματα αξέπλεχτες πλεξούδες
Κι εγώ κοιμώμουν μοναχός.

Εσιγανέψαν οι καιροί
Εσιγανέψαν κι οι καιροί επάψαν κι οι γι ανέμοι
‘παψαν κι εμένα οι στράτες μου, κόρη, από την αυλή σου
μπλειό μου τσ’αυγές δεν πορπατώ τσί νύχτες δε γυρίζω
παρ’όντεν είμαι μοναχός, να θυμηθώ τσ’αγάπης
το πάπλωμ’ αγκαλιάζομαι.

Οψές αργάς εφύσηξε
Οψές αργάς εφύσηξε βαρύς βοριάς και νότος
Κι ανεμοκύκλωσε τσ’αυλές κι εσφάλιξε τσί πόρτες
Κι εσφάλιξε την αγαπώ στην εδική τζη πόρτα.
Βάνει βαρσάμους μάνταλο, βασιλικούς περάτες
Και βάνει κι αντιπέρατο βιόλες και καντιφέδες.

Ποτέ μου δεν εδείλιασα
Ποτέ μου δεν εδείλιασα άντρα που να καυκάτο
Μουδέ και κόρην όμορφη πως δε θα την πλανέψω
Μόνο τσή χήρας το στενό πως δε θα το περάσω,
Γιατ’ έχ’ η χήρα τρεις υγιούς κι οι τρείς καλ’ αντρειωμένοι
Τον Γιάννη και το Διαμαντή.

Σ πολλούς πολέμους έλαχα
‘Σ πολλούς πολέμους έλαχα κι εις σε σπαθιές εμπήκα
ποτέ σπαθιά δε μ’ έβλαψε, μπάλες δε με περάσαν
σα μια πετρέ που μούπαιξε τσή χήρας το κοράσιο.
Οπίσω εμειν’ η πετρέ κι ομπρός επήγ’ ο πόνος
Το στόμα μ’ αίμα γέμισε, ’ποθαίνω ο καημένος.

Δώδεκα βεργολυγερές
Δώδεκα βεργολυγερές ξανθές και μαυρομμάτες
Βασιλικούς ποτίζανε και τσί βαγιοκλαδίζαν,
Κι εκειά που τσί ποτίζανε επεριροζονάραν:
-«Χριστέ και να προβαίνανε δώδεκα καβαλάροι
να πάρ’ ο καθενείς τη μια κι η κάθε μια τον ένα.

Εγώ περνώ και δεν μιλώ
Εγώ περνώ και δε μιλώ κι κόρη χαιρετά με.
-Πού πάεις ψεύτη του φιλιού και κομπωτή τσ’αγάπης;
-Σαν ήμου ψεύτης του φιλιού και κομπωτής τσ’ αγάπης,
γιάντά ’δωκες τ’ αχείλι σου κι εγλυκοφίλησά το;
-Αν το ’δωκα τ’ αχείλι μου κι εγλυκοφίλησές το
νυκτά ’τον, ποιος μας έβλεπε κι αυγή, ποιος μας εθώριε;
-Τ’ αχείλι σ’ όντε φίλησα έβαψε το δικό μου,
με το μαντήλι το’ συρα κι έβαψε το μαντίλι
και το μαντήλι έπλυνα μέσα σ’ ώρηο ποτάμι
και το ποτάμι πήγαινε σ’ ώρηο περιβολάκι
απού-χε δένδρ’ αρίφνητα, μηλιές και κυπαρίσσια
ποτίζ’ αποποτίζει τα, χύνεται στο θαλάσσι.
Τα δένδρη εσωπάσανε, μηλιές και κυπαρίσσια,
Μα το θαλάσσι φύσηξε του ναύτη το φιλί μας,
Κι ο ναύτης το διαλάλησε σ’ ούλην την οικουμένη.

Πέτε μου πώς να διανεφτώ
Πέτε μου πώς να διανεφτώ, πέτε μου πώς να κάμω.
Για μια ξανθή την αγαπώ, κι εκείνη δε με θέλει.
Λέσι μου «πιάσε στο χορό και χόρευγε γεμάτα
Κι η κόρη θέλει σε ρεχτή».

Για το χατήρι σου, ξανθή
Για το χατήριο σου, ξανθή, τρείς βίγλες θε να βγάλω
Τον ήλιο βάνω στα βουνά και τον αητό στους κάμπους
Και τον βορηά το δροσερό βάνω εις τα καράβια
Κι ο ήλιος εβασίλεψε.

Εντύπωση στο πιο κάτω τραγούδι προκαλεί ο έντονος «παρακελευσματικός» μουσικός ρυθμός που αποδίδεται στο πρώτο τροχαϊκό μισόστιχο και η απότομη αλλαγή του μουσικού τόνου που ακολουθεί το δεύτερον ιαμβικό μισόστιχο όλων των στίχων:

Μάνα, λούγε με
Μάνα, λούγε με, μάνα μου χτένιζέ με
Μάνα, στο σκολειό, μάνα μου μη με μπέμπης,
Κι άρχοντες περνούν πεζοί και καβαλλάροι.
Μα ένας νιός καλός, καλός και διωματάρης
Μου πεζογέλα και κάνει μου το νάτος.
Μάν’ αν τόνε δής να του ζηλέψης θέλεις.

Δεν ξεφεύγει εξάλλου της προσοχής το Βυζαντινό χρώμα, του παρακάτω ριζίτικου, με τη χαρακτηριστική επωδό ύστερα από κάθε στίχο:
Εκατοδυό αρχοντόπουλα
Εκατοδυό αρχοντόπουλα μιάν κόρην αγαπούσαν
(τα εκατό και δυό)
Ενιούς ενιούς ετάσσεντο μιάν νύχτα μιάν ημέρα
(η βεργολυγερή)
Κι εκείνα παρακούσανε και πήγαν ούλ’αντάμα
(τα εκατό και δυό)
Γεμίζου οι σταύλοι άλογα, τα παραθύρια σέλλες
(των αρχοντόπουλω)
Των εκατό σκαμνιά ’δωκε και των -ι-δυό καθέκλες
(των εκατό και δυό)
Των εκατό ψωμί ’δωκε και των ι-δυό κουλούρια
(των αρχοντόπουλω)
Των εκατό πετσές’ ’δωκε και των –ι-δυό πεσκίρια
(των αρχοντόπουλω)

Αρκετά αρχαϊκά τόσο κατά το περιεχόμενο, όσο και κατά τη μουσική, φαίνονται και τα ακόλουθα δυό τραγούδια που ξεχωρίζουν (ιδιαίτερα το πρώτο) χτυπητά για την ποικιλία του μουσικού ρυθμού και του χρόνου:
Χελιδονάκι μου γοργό
Χελιδονάκι μου γοργό, γοργό μου χελιδόνι,
Μπέψω σε θέλει κι άγομε, μπέψω σε θέλει κι άμε
‘κειά πούχω μιάν παληά φιλιά και μιάν καινούργι’αγάπη
κι έχω καιρό να την ιδώ χρόνους να την νταμώσω.
Νύχτα να πάω δεν μπορώ και μέρα δε μου μοιάζει
Φοβούμαι τα περάσματα και τσί κακούς ανθρώπους
Μ’αύριο θα πά να τήνε ιδώ να ξεμολοηθούμε.

Απόψε κρύος έκανε
Απόψε κρύος έκανε και τα πουλάκια εργάσαν
Κι εγώ ’μεινα περιγιαλιάς, γυμνός και δεν-ε ήργου.
Και γιάντα δεν-ε ήργουνα και γιάντα δεν-ε ήργου:
Λιγνόν κορμάκι αγκάλιαζα κι άσπρα βυζάκια ‘κράτου,

Κόκκινα χείλη εφίλουνα
Για ’κείνο δεν-ε ήργασα, για κείνο δεν-ε ήργου.

Υπάρχουν όμως και ορισμένα ριζίτικα τραγούδια που ξεφεύγουν από την απόμακρη τούτη επική έκταση έκταση φτάνοντας πολλές φορές στα όρια μιάς συγκρατημένης λυρικής έκφρασης.
Την αντίστροφη εδώ συστολή του πάθους προς τις πτυχές της ανθρώπινης καρδιάς θα τη δούμε στους ερωτικούς θρήνους, που θαρρείς μέσα από το δύσκαμπτο και βαρύ σχήμα των γενικών αυτών τραγουδιών ξεχύνονται η ρωμαλέα αρχαϊκή ομορφιά και το ανάλαφρο άρωμα του λιτού στίχου:

Αγάπη μου τον πόνο σου
-«Αγάπη μου, τον πόνο σου πώς θα τον-ε βαστάξω;
Και πού θα μπούν τα δάκρυά μου για τον ξεχωρισμό σου
Το Χάροντα παρακαλώ να πάρη την ψυχή μου
Νάρθω κι εγώ στη μαύρη γή, στο μαυρισμένον Άδη
Να πλύνω τσί λαβωμαθιές απού ’χει το κορμί σου,
Να σου μιλώ να μου μιλής, να σου λιγαίνει ο πόνος».

Δε με πονούνε οι πληγές
Δε με πονούνε οι πληγές δεν τόχω πως ποθαίνω
Και δε φοβούμαι θάνατο και δε φοβούμαι Χάρο
Μόνο να μη μ’ αφήσετε σ’ αυτή την ερημιά,
Για να θωρ’ όντε θα περνούν ούλους τσί δρομολάτες
Να μπέψω χαιρετίσματα τσή μάνας μου στην Κρήτη,
Να μπέμπω και τσ’ αγάπης μου.

Εκτός από τα τραγούδια που αναφέραμε, καμμιά φορά κάνουν την εμφάνισή τους μερικά παράταιρα και χοντροκομμένα κι άσεμνα στο περιεχόμενο που κάνουν ν’ αφανιστούν οι γυναίκες από σεμνότητα και ντροπή.
Συνήθως όμως και τούτα τραγουδιούνται «τις μικρές ώρες» και όταν πιά έχει σβήσει ο επίσημος τόνος του γλεντιού. Έχει κανένας την εντύπωση πως τα τραγούδια αυτά αποτελούν μια παράφωνη αντίθεση απέναντι στο βαρύ και σοβαρό δωρικό κλίμα.
Το τελικό λοιπόν συμπέρασμα είναι πως και τα ερωτικά τραγούδια μπήκαν στο αιώνιο κανάλι των γενικών τραγουδιών, ακολουθώντας τη μουσική εκείνων και παιρνόντας σιγά-σιγά τη φόρμα που επεξεργάσθηκε η απρόσωπη λαϊκή συνείδηση.




Το Α’ μέρος του αφιερώματος μας στο ριζίτικο τραγούδι, θα βρείτε στον παρακάτω σύνδεσμο.





Βυζαντινός Αντίλαλος









Βιβλιογραφία

- Νίκου Καβρουλάκη λογοτέχνη-συγγραφέα «Οι ρίζες των ριζίτικων τραγουδιών»
- Εφημερίδα «Τα Σφακιά» από άρθρο του Μιχ. Φραγγεδάκη «Ριζίτικη παρέα», τ. Μαρτίου 2009
- Χανταμπή Γιώργου «Το Ριζίτικο, οι Μαντινάδες και οι Χοροί της Κρήτης από τις Πηγές τους».
- Αποστολάκη Σταμάτη «Ριζίτικα τα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης» εκδ. Γνώση 1993
- Ερατ. Καψωμένου επικ. Καθηγητή «Πολιτισμικοί κώδικες στο δημοτικό τραγούδι»









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου