Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

ΟΙ ΠΑΡΑΛΟΓΕΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ - “Του νεκρού αδερφού”


Εις τα εθνικά εκείνα άσματα των Ελλήνων,
όσα υπόθεση έχουν ιδεώδη ή πεπλασμένη,
η φαντασία του λαού εκδηλώνεται
μετα περισσής ποικιλίας, ελευθερίας
και δυνάμεως.
                                             (Fauriel)

  παραλογές αποτελούν καλλιτεχνικά τη σημαντικότερη κατηγορία δημοτικών τραγουδιών μας. Tα σύνθετα και προβληματικά αυτά τραγούδια μάς δένουν πιο πολύ απ’ όλα με το πλούσιο μυθολογικό και ποιητικό παρελθόν μας. Mας γυρνούν σε εποχές παλιές, όπου το πραγματικό με το υπερφυσικό διαμορφώνουν ιστορίες, συνήθως τραγικές, που παντού θα μπορούσαν κάποτε να συμβούν.  Οι παραλογές είναι στα αρχαιότερα τραγούδια του Ελληνικού λαού, ξεκινάνε από τα βάθη της ζωής του, παραλλάζοντας μόνο εξωτερικά, δηλαδή γλωσσικά, με το πέρασμα του χρόνου.
Είναι τραγούδια με πλαστή , παραποιημένη υπόθεση, που δεν μεταφέρουν στον ποιητικό χώρο ένα απλό επεισόδιο αλλά περιγράφουν μια ολοκληρωμένη πράξη. Οι παραλογές και στην περίπτωση που περιγράφουν ένα πραγματικό γεγονός, το εμφανίζουν σαν μια οριακή, ακραία κατάσταση, όπου προβάλλεται το ουσιώδες ενώ απωθείται το τυχαίο.

  Μέσα από τις παραλογές των δημοτικών τραγουδιών, θα αναφερθούμε στο γνωστό σε όλους μας τραγούδι του νεκρού αδερφού, μέσα από την ενότητα του λαικού πολιτισμού και της παράδοσης, που έχομε ανοίξει στο ιστολόγιο μας, αφιερωμένη στο δημοτικότραγούδι.

  Το τραγούδι του αδερφού που πεθαμένος, σηκώνεται από το τάφο για να
εκτελέσει ιερή υποχρέωση και να φέρει στην αρφανεμένη μάνα το μόνο επιζών παιδί της, την αδερφή του που είναι παντρεμένη στα ξένα, είναι κοινότατο σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας, όπως επίσης και σε πολλούς λαούς της χερσονήσου του Αίμου.

   Από την ταυτότητα όχι μόνο της υπόθεσης, αλλά και των διαφόρων επεισοδίων και λεπτομερειών των τραγουδιών αυτών, γίνεται αντιληπτό ότι ένα ήταν το πρότυπο όλων και από ένα λαό μεταδόθηκε το τραγούδι και στους υπόλοιπους.
  Κάποιοι υποστήριξαν, ότι ο λαός αυτός είναι ο Σερβικός ή ο Βουλγαρικός. Όμως, το πρότυπο ήταν Ελληνικό και από τον Ελληνικό λαό το παρέλαβαν οι άλλοι λαοί του Αίμου, όπως αποδεικνύει ο Ν. Πολίτης σε πραγματεία του που εκδόθηκε το 1885.
  Τη δε γνώμη αυτή, παραδέχτηκαν πολλοί, μεταξύ των οποίων και ο βούλγαρος καθηγητής Ιβάν Σισμάνωβ, που δημοσίευσε εκτενή μονογραφία πάνω στο θέμα αυτό.

ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

Σολ.Φραγκουλίδης Του νεκρου αδερφου 1977

 Μάνα με τους εννιά σου γιούς και με τη μια σου κόρη,
την κόρη την μονάκριβη, την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ άφεγγα τη χτενίζει,
στ άστρι και τον αυγερινό, έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
“Μάνα μου, ας τη δώσουμε την Αρετή στα ξένα.
Στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμε μεις στην ξενιτειά, ξένοι να μην περνούμε.
- Φρόνιμος είσαι Κωσταντή, μ άσκημα απιλογήθεις.
Κι α μόρτη γιε μου θάνατος, κι α μόρτη γιε μου αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γη χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει ;
- Βάνω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτη θάνατος, αν τύχει κι έρτη αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τη φέρω”.

Και σαν τηνε παντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό κ οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκ η μάνα μοναχή, σα καλαμιά στον κάμπο.
Σ όλα τα μνήματα έκλεγε, σ όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό, ανέσπα τα μαλλιά της.
“Ανάθεμα σε Κωσταντή και μυριανάθεμα σε,
οπου μου την εξώριζες, την Αρετή στα ξένα !
το τάξιμο που μούταξες, πότε θα μου το κάμεις ;
Τον ουρανό βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, να πας να μου τη φέρεις.”
Από το μυριανάθεμα και τη βαρειά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τα άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει τη κι εχτενίζουνταν, όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέει.
“Άιντε αδερφή να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
- Αλίμονο αδερφάκι μου κι ήντα ναι τούτη η ώρα ;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και νάρθω,
Κι αν είναι πίκρα πες μου το, να βάλω μαύρα να ρθω.
- Έλα Αρετή στο σπίτι μας κι ας είσ’ όπως κι αν είσαι. ”
Κοντολυγίζει τα άλογο και πίσω την καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε, πουλάκια κιλαιδούσαν,
δεν κιλαιδούσαν σα πουλιά, μήτε σα χελιδόνια,
μον κιλαιδούσαν κι έλεγαν, ανθρωπινή ομιλία.
“Ποιος είδε κόρη νόμορφη να σέρνει ο πεθαμένος !
- Άκουσες Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια ;
- Πουλάκια είναι κι ας κιλαιδούν, πουλάκια είναι κιας λένε.”
Και παρεκεί που πήγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε.
“Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο, μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί, με τους απεθαμένους !
- Άκουσες Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια,
πως περπατούν οι ζωντανοί, με τους απεθαμένους.
- Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
- Φοβούμε σ αδερφάκι μου και λιβανιαίς μοιρίζεις.
- Εχτές βραδύς επήγαμε, πέρα στον άη Γιάννη
κι εθύμιασε μας ο παπάς, με περισσό λιβάνι.”
Και παρεμπρός που πήγανε κι άλλα πουλιά τους λένε.
“Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή, να σέρνει ο πεθαμένος !”
Τάκουσε πάλι η Αρετή κι ερράγισε η καρδιά της.
“Άκουσες Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια ;
- Άφησε Αρέτω τα πουλιά κι ότι κι α θελ ας λέγουν.
- Πες μου, πούναι τα κάλλη σου και πούν η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τα όμορφο μουστάκι ;

- Έχω καιρό π αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου”

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τα αλόγου του κι απ εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοίζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμμένα,
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφίλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της, χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα, σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
“Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσ’ ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω.
Κι η δόλια η Αρετούλα μου, λείπει μακριά στα ξένα.
- Σήκω μαννούλα μου άνοιξε, σήκω, γλυκειά μου μάννα.
- Ποιος είν αυτός που μου χτυπά και με φωνάζει μάννα ;
- Άνοιξε, μάννα μου, άνοιξε κι εγώ μαι η Αρετή σου.”

Κατέβηκε αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δυο.

…………………………………………………………………………………


Λεξιλόγιο:

Τους αγιούς μαρτύρους=μάρτυρες βάζω τους αγίους

Μπάλσαμος= αρωματικό βότανο, που καλλιεργείται στους κήπους.

Καρυοφίλλι= παρόμοιο με το βάλσαμο, αρωματικό βότανο
Σπιτοπαράθυρα=τα παράθυρα του σπιτιού










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου