Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Τα τραγούδια της αγάπης μέσα από τη λαική παράδοση




























Ο έρωτας, ο οποίος πέρα απο

κάθε άλλο συναίσθημα πάλλεται

και αντηχεί στις παραλογές,

επικρατεί και γεμίζει εξ ολοκλήρου

τα τραγούδια της αγάπης.

Βλέπεις σ αυτόν συγκεντρωμένα

ωσάν σε ευωδιαστές ανθοδέσμες,

ωσάν σε αρμονικά στέφανα,

τα ευγενέστερα άνθη της ερωτικής ποίησης.
                                                                           (P.E.Pavolini)

  Δεν θα μπορούσε η λαϊκή μούσα να μην έχει μέσα από την παράδοση αγκαλιάσει τον έρωτα και την αγάπη, συναισθήματα θεοποιημένα από τους Έλληνες ήδη των Ελληνιστικών χρόνων, που χαρακτηρίζουν το λαό μας και μαζί με τα υπόλοιπα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τη λεβεντιά, το φιλότιμο, τον πατριωτισμό, τη γενναιότητα που τον διακρίνει στη μάχη και τη ζωή, την αγάπη του στον τόπο που τον γέννησε και στο ωραίο και το αληθινό όπως και το αδούλωτο πνεύμα που τον διακρίνει, τον έφερε η φύση να πλησιάζει το άριστον και το τέλειον σαν λαός.
  Έβαλε στα τραγούδια του την αγάπη και τον έρωτα και τους ύμνησε μέσα από τα γλέντια του γάμου, της παρέας και τις εκφράσεις των μοναχικών στιγμών του, τα διατήρησε μέσα στο χρόνο και τα μετέφερε από γενιά σε γενιά δημιουργώντας συνεχώς νέα, που έφτασαν σε μας μέσα απ τη λαική παράδοση.

Ο Νικ. Πολίτης, τη βιογραφία του οποίου θα βρείτε στη συνέχεια του δημοσιεύματος, τα συγκέντρωσε και τα περιέλαβε στην έκδοση των δημοτικών τραγουδιών “ΕΚΛΟΓΑΙ από τα δημοτικά τραγούδια του Ελληνικού λαού“. Μέσα
από εκεί πήραμε χαρακτηριστικά δείγματα, για να μεταφέρομε στην ιστοσελίδα του keritisriver, μέσα από την ενότητα που ανοίξαμε στις ετικέτες παράδοση και πολιτισμός.

Ο Νικόλαος Πολίτης, ήταν κορυφαίος λαογράφος και θεμελιωτής των λαογραφικών σπουδών στην Ελλάδα. Πατέρας του Φώτου και του Λίνου Πολίτη. Καταγόταν από τα Γιαννιτσάνικα της Μάνης, όπου ο πατέρας του ήταν Δικαστής.
Γεννήθηκε στη Καλαμάτα το 1852 και πέθανε στην Αθήνα το 1921. Μαθητής ακόμα του γυμνασίου έδειξε ενδιαφέρον για τα ήθη και τα έθιμα των αρχαίων και των νεώτερων Ελλήνων, για τα γλωσσικά ιδιώματα, τα τραγούδια, τις παροιμίες, τα παραμύθια και τις παραδόσεις του ελληνικού λαού. Ήταν η εποχή που η θεωρία του Φαλμεράγιερ είχε προκαλέσει πανελλήνιο συναγερμό κι είχε κεντρίσει τη φιλοτιμία των Ελλήνων λογίων να αποδείξουν με κάθε τρόπο την ιστορική συνέχεια και τους πνευματικούς δεσμούς της νεώτερης με την αρχαία Ελλάδα.
Σε ηλικία 14 ετών ο Πολίτης δημοσιεύει στην «Πανδώρα» λαογραφικές πραγματείες «Περί λυκοκανθάρων» και μανιάτικα τραγούδια «Άσματα δημώδη της Μάνης», ενώ το 1870 είχε ήδη έτοιμο τον πρώτο τόμο της Νεοελληνικής μυθολογίας. Στα μοιρολόγια επανήλθε πολλές φορές στην ανοδική του πορεία, που τον κατέστησε πατέρα της Ελληνικής Λαογραφίας.
Σπούδασε φιλολογία (1868-1872) και νομικά (1874-1875) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στο Μόναχο και στο Ερλάγκεν της Γερμανίας, όπου συνδέθηκε με το μετέπειτα κορυφαίο βυζαντινολόγο Κρουμπάχερ.
Συντάκτης του καταλόγου της Βιβλιοθήκης της Βουλής (1876-1880), συνιδρυτής της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος (1882), τακτικός καθηγητής από το 1890 στην έδρα Μυθολογίας και Ελληνικής Αρχαιολογίας και πρύτανης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνδιευθυντής του περιοδικού Εστία (1889-1890) με τον Γ. Δροσίνη και του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού των Barth και Hirst.
 Θεμελιωτής της επιστήμης της λαογραφίας στην Ελλάδα, ο πρώτος που χρησιμοποίησε το όρο "λαογραφία" το 1884. Ιδρυτής της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας το 1909, του περιοδικού Λαογραφία καθώς και του Λαογραφικού Αρχείου. Ο Νικόλαος Γ. Πολίτης πέθανε στην Αθήνα το 1921.
Από τα πολυάριθμα δημοσιεύματά του ας σημειωθούν εδώ τα δύο θεμελιώδη έργα του:
«Παροιμίαι» (τέσσερις τόμοι 1899-1902) και «Παραδόσεις του ελληνικού λαού» (δύο τόμοι, 1904). Γνωστότατες επίσης είναι «Αι Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού» (1914). Μετέφρασε λογοτεχνικά έργα, όπως «Κολόμπα» του Μεριμέ, «Το χρήμα του Δουμά», αλλά και έργα γύρω από την κλασική αρχαιότητα.


Από τα τραγούδια “τση ταύλας” όπως το δίνει το ριζίτικο τραγούδι, είναι το παρακάτω.

Να χεν η γης πατήματα κι ο ουρανός κερκέλια,
να πάθιουν τα πατήματα, να πιανα τα κερκέλια,
ν ανέβαινα στον ουρανό να διπλωθώ να κάτσω,
να δώσω σείσμα τα ουρανού, να βγάλει μαύρα νέφη,
να βρέξει χιόνι και νερό κι ατίμητο χρυσάφι,
το χιόν’ να ρίξει στα βουνά και το νερό ‘ς τσοι κάμπους,
στην πόρτα τση πολυαγαπώς τα ατίμητο χρυσάφι.

--------------------------//-------------------------

Από τη γης βγαίνει νερό κι απ την ελιά το λάδι
κι από τη μάνα την καλή βγαίνει το παλικάρι.
Στάλα τη στάλα το νερό τρυπάει το λιθάρι
κ’ η κόρη με τα νάζια τση σφάζει το παλικάρι.

-------------------------//-----------------------------

Το επόμενο, το συναντούμε και μέσα σε μεγαλύτερα
τραγούδια να περιέχεται. Λόγω δε του συμφυρμού, της άτακτης ανάμειξης των εννοιών των λέξεων, δυσκολεύει στην αναγνώριση της αληθινής του έννοιας.
Παραδοξότατοι είναι γράφει ο Φωριέλ οι τελευταίοι στίχοι, δυσκολότατο δε να κατανοηθεί ποιος ο σκοπός τους και ποια ιδέα περικλείουν. Δεν διαβλέπω γράφει άλλο τι, παρά μια θαυμάσια υπερβολή, που αποσκοπεί στην έξαρση της παρθενικής εκείνης δειλίας της ταξιδεύουσας κόρης, και της ευαισθησίας της στο να θεωρεί θανάσιμη και την ελάχιστη ύβρη.
Από το ουράνιο κοκκίνισμα της “προσβληθείσης αιδούς”, φαίνεται ωσάν μια και μόνη σταγόνα αίματος, να είχε τη μαγική δύναμη να βάφει τους ποταμούς και τη θάλασσα.
Αυτή πρέπει να ήταν η ιδέα του ποιητή, παράδοξη βέβαια και εξεζητημένη, περιέχουσα όμως βαθύτητα και τόλμη.
Και υπο την έννοια αυτή τουλάχιστον, θα ήταν ακραιφνώς Ελληνική.

Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα κ’ έβαψε το δικό μου
και στο μαντήλι το συρα κ’ έβαψε το μαντήλι,
και στο ποτάμι το πλυνα κ’ έβαψε το ποτάμι,
κ’ έβαψε η άκρη του γιαλού κ’ η μέση του πελάγου.
Κατεβη ο αητός να πιη νερό κ’ έβαψαν τα φτερά του,
Κ’ έβαψε ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο.

-----------------------------//--------------------------------

Ένα κομμάτι μάλαμα, ένα κομμάτι ασήμι,
εκόπη απ τον ουρανό κι έπεσε μες το διάβα,
κι άλλοι το λένε σύννεφο κι άλλοι το λεν αντάρα.
Κείνο δεν είναι σύννεφο, κείνο δεν είν αντάρα,
παρά ναι η κόρη του παππά, πούρχεται απ τα αμπέλι.
Δυο μήλα της εγύρεψα, κι αυτή μου δίνει τρία.
Δε θέλω γω τα μήλα σου, τα τσαλοπατημένα,
θέλω τα δυο του κόρφου σου, τα μοσκομυρισμένα.

----------------------------//----------------------------------
Το επόμενο το συναντάμε σε πολλές παραλλαγές και διατυπώνει με κλιμακωτό τρόπο, την έννοια, ότι όσο κρυφή κι αν προσπαθούν να κρατήσουν την αγάπη τους οι εραστές, αυτή στο τέλος φανερώνεται.

Εγώ περνώ και δε μιλώ κι η κόρη χαιρετά με.
-Που πάγεις κλέφτη του φιλιού και κομποτή τα αγάπης;
-Μ αν είμαι κλέφτης του φιλιού και κομποτής τσ αγάπης,
τι μου δινες τα χείλη σου κι εγλυκοφίλησα τα ;
κι α σου δωκα τα χείλη μου κι εγλυκοφίλησες τα
νύχτα ταν ποιος μας ένοιωσε κι αυγή, ποιος μας εθώρει ;
-Τ άστρο τσ αυγής το λαμπερό, εκείνο μας εθώρει,
και τα άστρο νεχαμήλωσε και τόπε του θαλάσσου.
και το θαλάσσι του κουπιού και το κουπί του ναύτη,
κι ο ναύτης το τραγούδησε στι λυγερής την πόρτα.

Κομποτής=απατεώνας
----------------------------//---------------------------------

Παλιό ριζίτικο τραγούδι, από τα τραγούδια της τάβλας.


Αυγερινός θε να γενώ, να ρθώ στην κάμαρα σου,
Να ιδώ την τάβλα ‘που δειπνάς, την κλίν’ απού κοιμάσαι,
την κόρη απ’ αγκαλιάζεσαι, αν ειν’ καλλιά ‘πο μένα.

---------------------------//---------------------------------

Εγώ μνωξα τς αγάπης μου βραδειά να μην τση λείψω.
Μα μια βραδειά τση ξώμεινα, μια νύχτα μιαν εσπέρα.
Γεμίζου ντα βουνά φωναίς και τα λαγκάδια δάκρυ,
Και τα λαγκοπεράσματα αξέπλαιχτες πλεξούδες.

Εγώ μνωξα= ορκίστηκα
Λαγκοπεράσματα(λαγκός+πέρασμα)= δίοδοι των λαγκαδιών.

-----------------------------//------------------------------------

Τελευταία, αφήσαμε μια αναφορά στους θησαυρούς της Κρητικής μαντινάδας αφιερωμένης στην αγάπη.
Μερικά δείγματα μόνο από τις χιλιάδες παλιές μαντινάδες της αγάπης, που χρονολογούνται στο 18ο και 19ο αιώνα, καταγράφονται παρακάτω, όπως τις βρήκαμε στις “Εκλογές”.

Απ ούλα τα άστρα τα ουρανού,
ένα ‘ναι που σου μοιάζει.
Ένα που βγαίνει το πρωί
όταν γλυκοχαράζει.

Όντε σε γέννα η μάνα σου
ο ήλιος εκατέβη
και σου δωκε την ομορφιά
και πάλι μετανέβη.

Ήντα το θέλ’ η μάνα σου
τη νύχτα το λυχνάρι,
απού ‘χει μεσ’ ‘ς το σπίτι τση
τ’ Αυγούστου το φεγγάρι.

Το δέντο απού ναι στο βουνό,
ούλ’ οι καιροί τ’ ορίζουν.
Την όμορφη την κοπελιά,
ούλοι την τριγυρίζουν.

Καινούρια αγαπημένη μου,
στάσου λιγάκι οπίσω.
Παλιά φιλιά μ απάντηξε(συνάντησα)
και πάω να τση μιλήσω.

Αδύνατο ναι μια καρδιά,
σαν πληγωθεί να γιάνη.
Μοιάζει δεντρί που μαραθεί
και μπλιό(πιά) καρπό δεν κάνει.

Αν αποθάνω γω για σε,
ο κόσμος τι θα λέει.
Πρώτα τονε φαρμάκωσε
κι ύστερα τονε κλαίει.

Δίχως χιονιά χιονίζομαι,
δίχως βροχές βροχούμε,
δίχως μαχαίρια σφάζομαι
όντε σε συλλογούμαι.

Ο ποταμός σέρνει κλαδιά
Κι η θάλασσα καράβια
Κι η κόρη με τα ανάβλεμα
Σέρνει τα παλληκάρια.

Εμίσεψες και μ άφηκες
σαν παραπονεμένη.
Σαν εκκλησιά αλειτούργητη
σε χώρα κουρσεμένη.

Ποιος είδε τέτοιο πόλεμο,
να πολεμούν τα μάτια.
Δίχως μαχαίρια και σπαθιά
να γίνονται κομμάτια.

Έχει ο καιρός γυρίσματα
κι ο χρόνος εβδομάδες.
Και τα πουλάκια τα έξυπνα
πιάνουνται στοι βροχάδες(παγίδες, βέργες αλλημένες με κόλλα).

Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά
και θα λυγίσει ο κλώνος.
Και θα σου φύγει το πουλί
και θα σου μείνει ο πόνος.


                                        keritisbloger


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου