Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Κρήτη, πατρίδα των θεών. Από τη βλαστική θεότητα στον Κρηταγενή Δία και τους θεούς της ελληνιστικής περιόδου. (Μέρος πρώτο)


Έχομε αναφερθεί στο παρελθόν στην περίοδο των Τιτανομαχιών μέσα από τις μαρτυρίες του Πλάτωνα και της σύγχρονης έρευνας, μέχρι και του ταξιδιού-περίπλου του Οδυσέα για την Ιθάκη, προσπαθώντας να συνδέσομε το μύθο με την αλήθεια, τη μυθολογία με την ιστορία.
Είναι καιρός να ξεκινήσομε το ταξίδι στο θαυμαστό κόσμο της κρητικής μυθολογίας, μιας ιστορίας στερούμενης μνημείων, που μεταλαμπαδεύτηκε από γενιά σε γενιά, από πολιτισμό σε πολιτισμό ανά τις χιλιετηρίδες, φτάνοντας σε μας, μέσα από τα γραπτά της ελληνιστικής περιόδου, πότε ως μύθος, ως θρύλος, πότε ως πραγματική ιστορία.
Για να μας συνδέσει με την αρχαία ελληνική σοφία, τους θεούς, τους ήρωες, και την ίδια την ιστορία και τις ονοματολογίες της που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας.

Οι Κουρίτες με το Δία, τον αίγαγρο και την Αμάλθεια
Μέσα από τη γοητεία της Κρητικής μυθολογίας, βγαίνουν κάποιες ακτίνες φωτός, ικανές να φωτίσουν με το παραμύθι τους αλλά και την αλήθεια τους, την ελληνιστική περίοδο αλλά και τον κόσμο που προσπαθεί να φωτίσει πλήρως η σύγχρονη επιστημονική έρευνα.
Μέσα από τις μαρτυρίες και αναφορές των ελληνιστικών χρόνων, αλλά και τη σύγχρονη έρευνα, που τον τελευταίο αιώνα έχει πολλαπλασιάσει τις γνώσεις μας γι αυτό τον άγνωστο κόσμο, προσφέροντας μια καλύτερη σε εμάς προσέγγιση του κρητικού μυθόκοσμου.

Μέσα από μια νέα σειρά δημοσιευμάτων ξεκινώντας από το σημερινό, θα προσπαθήσομε να ανοίξομε στο αγαπημένο μας κοινό, όλη την αυλαία του μύθου, από τις Τιτανομαχίες και τον Κρηταγενή Δία στη γέννεση των θεών και των θεοτήτων, την εξάπλωση των Κρητών στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου και την σύνδεση μέσα από τα κείμενα των ελληνιστικών χρόνων, με μια ιστορία και ένα πολιτισμό, που όμοιός του δεν ξαναπέρασε ποτέ από τη γη, παρά την υποτιθέμενη τεχνολογική ανάπτυξη που ζούμε σήμερα διατηρώντας την αφέλεια ότι είναι η ανώτερη όλων.

Στην πορεία των δημοσιευμάτων μας, θα διαπιστώσομε το πόσο μικροί εξακολουθούμε να είμαστε μπροστά στο τότε όχι μόνο πνευματικά, αλλά και τεχνολογικά.

Να θυμίσομε την περίφημη «ευτρόχαλο σφαίρα» που έκανε η Αδράστεια δώρο στο μικρό Δία,
το μυστήριο που κρύβει η χρυσή μέλισσα των Μαλλίων στους κρεμαστούς δίσκους της,
την αιγίδα το ανίκητο όπλο του Δία,
τον Τάλω το χάλκινο γίγαντα που περιφρουρούσε την Κρήτη και τόσα άλλα θαυμαστά και ανεξήγητα.
Μύθοι φαντασιόπληκτων προγόνων, ή γεγονότα και αντικείμενα πραγματικής ιστορίας από ένα πολιτισμό που χάθηκε ανεπιστρεπτί μέσα στο σκοτεινό και άγνωστο κενό της ιστορικής συνέχειας ;
Τάλος

Αλλά και πόσο η μυθολογία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής συνέχειας, εκεί όπου όταν έλειπαν τα μνημεία και η ιστορική γνώση, αυτή μετονομαζόταν σε μυθολογία, καλύπτοντας έτσι τις από γενιά σε γενιά μεταφερόμενες προφορικές αλήθειες, φτάνοντας μέχρι τα γραπτά κείμενα των σοφών της ελληνιστικής περιόδου, όπου μας περιέγραψαν τις πληροφορίες που πήραν απ το χθες, με το δικό τους τρόπο και πολλές φορές χωρίς την σωστή επίγνωση του τοπικιστικού στοιχείου και χώρου, με αποτέλεσμα τις μεταξύ τους διαφωνίες μέσα από τις προσωπικές εκτιμήσεις.

Από το πρώτο π.Χ. αιώνα, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι οι θεοί προέρχονται από την Κρήτη
 «Τας δε τιμάς και θυσίας και τας περι τα μυστήρια τελετάς εκ Κρήτης, εις τους άλλους λαούς παραδέδοσθαι»(Διόδωρος Σικελιώτης, 5,77)
Η ανάγνωση της γραμμικής γραφής Β φαίνεται να επιβεβαιώνει ένα μεγάλο μέρος αυτής της αλήθειας.
Ο Διόνυσος, που μέχρι τώρα πίστευαν ότι η λατρεία προέρχεται από τη Θράκη, ή άλλες περιοχές, ήταν γνωστός στην Κρήτη της μυκηναϊκής εποχής.
Ο Κρηταγενής Ζευς που γεννιέται και πεθαίνει στην Κρήτη δεν είναι μόνο ο μεγάλος θεός, αλλά και το θείον βρέφος που γίνεται Κούρος, νέος και αγένειος. Σήμερα βλέπομε στην αγένεια μορφή του, την απήχηση της προϊστορικής βλαστικής θεότητας του μινωικού κόσμου, που γεννιόταν και πέθαινε κάθε χρόνο, και που συναντάτε και σε άλλους λαούς της ανατολικής Μεσογείου.
Πολλοί από τους θεούς του ολυμπιακού πανθέου, φαίνεται να συνδέονται μέσα απο μυθολογικά και λατρευτικά στοιχεία με την Κρήτη.
Μέσα από μύθους εκτός Κρήτης περιοχών, βρίσκομε αναφορές σε Κρήτες οικιστές, ιδρυτές πόλεων, σε βασιλικές γενιές που μετέφεραν από το νησί του Μίνωα πληθυσμό και εγκαταστάθηκαν εκεί.
  
Σήμερα που η αρχαιολογική έρευνα έχει προχωρήσει αποκαλύπτοντας πλήρως τη μινωική παρουσία στο Αιγαίο, όπου τα νησιά ονομαζόταν «μινωίδες νήσοι», Μ.Ασία και άλλες περιοχές, μπορούμε να γνωρίζομε καλά, 
πως οι μύθοι απηχούν την ιστορική αλήθεια.

Τους μύθους της Κρήτης, τους γνωρίζαμε μέχρι σήμερα μόνο μέσα από τα αθηναϊκά κείμενα, αλλά με τη σύγχρονη έρευνα, μπορούμε εύκολα να κατανοήσομε την προέλευση τους. Μπορούμε και να διακρίνομε την εμπάθεια πολλών ατθιδογράφων της εποχής, εναντίον της Κρήτης.
 «Δια τι ουν ποτε ω Σώκρατες, αύτη η φήμη, κατεσκέδασται του Μίνω απαιδεύτου τινός και χαλεπού όντως ;»
Ρωτάει ο Εταίρος το Σωκράτη. Μεταφέρντας την εικόνα του σκληρού και απαίδευτου Μίνωα που κυριαρχούσε στην αθηναική κοινωνία. Και η οποία κατά το Σωκράτη, ωφειλόταν στους αθηναίους ποιητές, που εκδικούνταν το Μίνωα επειδή είχε υποτάξει την Αθήνα της εποχής και είχε επιβάλει σκληρούς φόρους.
Ο Πλούταρχος, είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικός.
 «Μίνως αεί διετέλει κακώς ακούων και λοιδορούμενος εν τοις Αττικοίς θεάτροις»

Θεογονία klik για πλήρες μέγεθος
Η μελέτη της ελληνικής μυθολογίας, είναι από τα πιο αγαπημένα θέματα της επιστημονικής έρευνας. Και μέσα από αυτήν, βλέπομε τους μύθους που αναφέρονται στην Κρήτη, να έχουν μια κυρίαρχη θέση.
Σημαντικά λατρευτικά ζητήματα έχουν φωτιστεί από πολλές πλευρές, οι μελέτες όμως αυτές δεν είναι ακόμη προσιτές στο ευρύ κοινό.
Σήμερα που η μελέτη και η αρχαιολογική έρευνα ρίχνουν φως στον αρχαίο κόσμο, η άποψη του Σικελιώτη, δεν απέχει από την αλήθεια.
με την αρχαία κρητική θρησκεία, να ανιχνεύεται σε πλήθος μεταγενέστερων παραδόσεων και τελετουργιών.
Η αλήθεια είναι πως ο Ζευς διαδέχεται στην Κρήτη μια άλλη θεότητα, προιστορική. Την θνήσκουσα και αναγεννώμενη βλαστική θεότητα, που άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της στη μεταγενέστερη λατρεία.
Οι θεογονικοί μύθοι της Κρήτης, δεν φαίνεται να διαφέρουν από τους μύθους των άλλων Ελλήνων των μεταγενέστερων ελληνιστικών χρόνων.


Ο Μεγάλος θεός ονομαζόταν Ουρανός με γυναίκα του τη Γαία. Αυτός είχε τη συνήθεια να ρίχνει τα παιδιά του στα έγκατα της γης.
Η Γαία αντιδρώντας, κατάφερε να διασώσει στο νυφικό της κρεβάτι, το γιο της Κρόνο, που εκδικήθηκε τον Ουρανό, κόβοντας με ένα δρεπάνι τα γεννητικά όργανα του.
Το θεϊκό αίμα άρχισε να ρέει στη γη και από αυτό γεννήθηκαν οι
Γίγαντες, οι Ερινύες και οι Μέλιες Νύμφες.
Τα γεννητικά του όργανα πετάχτηκαν στη θάλασσα που τα παρέσυρε στα παράλια της Κύπρου, όπου γεννήθηκε η όμορφη θεά σύμβολο του έρωτα, Αφροδίτη.

Για την αρχαία Κρήτη, ο Κρόνος δεν ήταν μόνο ο φοβερός παιδοκτόνος θεός, αλλά ένας θεός που πρόσφερε πολλά στο ανθρώπινο γένος. Έμαθε στους ανθρώπους να ζουν σε κοινωνίες και στην εποχή του οι άνθρωποι έζησαν την ευημερία και τη δικαιοσύνη με άφθονα αγαθά. Στα χρόνια του Χριστού ακούγεται στην Κρήτη για τον Κρόνο, που πιστεύεται ότι ήταν Κρητικός, μέγας ευεργέτης της ανθρωπότητας μαζί με τα αδέρφια του τους Τιτάνες, που κατοικούσαν στην Κρήτη, την περιοχή της Κνωσού. Εκεί υπήρχαν ερείπια οικοδομημάτων και ένα δάσος από αιωνόβια κυπαρίσσια, που οι Κρήτες πίστευαν ότι ανήκαν στη Ρέα και τα έδειχναν ως τεκμήρια εντοπιότητας της δεύτερης θεϊκής δυναστείας.(Πλάτων, Ίππαρχος 228 Διόδωρος Σικελιώτης 5, 66-69)
 «Τούτους δε(τους Τιτάνας) της Κνωσίας χώρας έχει την οίκησιν όπουπερ έτι και νυν δέίκνυται θεμέλια Ρέας οικόπεδα και κυπαρίττων άλσος εκ παλαιού χρόνου ανειμένον» (Διόδωρος Σικελιώτης 5, 65)
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης μας πληροφορεί ότι οι Τιτάνες σύμφωνα με τις Κρητικές δοξασίες και παραδόσεις ήταν έντεκα, έξη άντρες και πέντε γυναίκες.
Κρόνος, Υπερίων, Κοίος, Ιαπετός, Ωκεανός και Κρείος οι άντρες
Και Ρέα, Θέμις, Μνημοσύνη, Φοίβη και Τυθίς οι γυναίκες,
Παιδιά του Ουρανού και της Γης, ή ενός Κουρήτη και της Τιταίας.
Η άποψη περί εντοπιότητας των πρώτων θεών στην Κρήτη, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού στα πρώτα ιστορικά χρόνια θεωρούσαν την Κρήτη πατρίδα των θεών.

«Ζούσαν σαν θεοί, χωρις καμιά έγνοια στο μυαλό, χωρίς να γνωρίσουν το μόχθο και τα βάσανα. Τα γηρατειά που εμείς φοβόμαστε, δεν υπήρχαν. Τα πόδια τους ήταν πάντα νεανικά και γλεντοκοπούσαν σε συμπόσια αλάργο από κάθε κακό. Πέθαιναν σα να τους έπαιρνε ο ύπνος. Πηγή ζωής η γη, έβγαζε άφθονους καρπούς και ζούσαν ευχαριστημένοι και ξεκούραστοι μέσα σε όλα τα καλά και ήταν φίλοι των θεών» (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι 111-120).


Όμως ο Κρόνος κληρονομεί από τον Ουρανό και την πατρογονική κατάρα, να τον εκθρονίσει ένα από τα παιδιά του. Οπότε στην προσπάθεια του ο Κρόνος να αποφύγει την κατάρα, ακολουθεί ακριβώς την τακτική του πατέρα του. Καταπίνει τα παιδιά του, μην αφήνοντας τη Ρέα να γεννήσει το δικό του εκθρονιστή.
Η Ρέα τότε συνωμοτεί με τη βοήθεια των γονιών της Ουρανού και Γαίας κατά του Κρόνου, προσπαθώντας να γλυτώσει το έκτο της παιδί, που ονομάζεται Δίας ή Ζεύς.

Έτσι η Ρέα καταφεύγει στην Κρήτη στην πόλη Λύκτο για να γεννήσει.
Πέμψαν δ’ ες Λύκτον, Κρήτης ες πίονα Δήμον, οππότ’ αρ οπλότατον παίδων τέξεσθαι έμελλε, Ζήνα μέγαν…(Θεογονία Ησίοδου, 477-479)

Πολλοί από τους αρχαίους μυθογράφους, μη έχοντας αντίληψη του κρητικού χώρου, μπερδεύουν τα πράγματα με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σαφήνεια όσο αφορά τον τόπο γέννησης του Δία. Αναφέρονται από τη Λύκτο, στο όρος Δίκτη, στο όρος Ίδη και στο Αιγαίον όρος, ταυτίζοντας πολλές φορές τους χώρους μεταξύ τους.
Ο Καλλίμαχος αναφέρει ότι γεννήθηκε στην Αρκαδία και ανατράφηκε στην Κρήτη.
Η ανασκαφή Σακελλαράκη στο Ιδαίον απέδειξε τη συνέχεια της λατρείας του Δία, μέχρι τον 6ο μ.Χ. αιώνα.
Η Ρέα κατάφερε να ξεγελάσει τον Κρόνο και να σώσει το έκτο παιδί της που πήρε την εξουσία από τον Κρόνο και έβγαλε από τα σωθικά του τα παιδιά που είχε καταπιεί.
 
Εδώ αρχίζει η φοβερή μάχη για την εξουσία, η ονομαζόμενη Τιτανομαχία.
Η μια πλευρά αποτελούνταν από το Δία και τα αδέλφια του και η άλλη από τον Κρόνο και τα αδέλφια του τους Τιτάνες.
Ο Δίας βρήκε πολύτιμους σύμμαχους τους Κύκλωπες και τους Εκατόχειρες, που είχε φυλακισμένους ο Κρόνος και ο Δίας σοφά απελευθέρωσε.
Οι Κύκλωπες, έδωσαν στο Δία τον κεραυνό, ένα φοβερό όπλο που δεν αποχωρίστηκε ποτέ.
Οι Εκατόχειρες, ήταν γίγαντες με εκατό χέρια, που σήκωσαν μεγάλους βράχους και καταπλάκωσαν τους Τιτάνες, πετώντας τους αργότερα κάτω απ τη γη, στα σκοτεινά Τάρταρα.
Από τότε, κυριάρχησε ο Δίας στον κόσμο, χτίζοντας το παλάτι του κατά τη εκδοχή της ελληνικής μυθολογίας, στον Όλυμπο.
Το Δία, τον βλέπομε να γεννιέται στην πόλη Λύκτο κατά τον Ησίοδο, κατ άλλους στο Δικταίο Άντρο που ταύτισαν οι ερευνητές με το σπήλαιο του Ψυχρού, ή με το σπήλαιο του Αρκαλοχωρίου, που υπήρξαν και τα δυο τόποι λατρευτικών τελετών της μινωικής περιόδου.

Από την αρχαιότητα πιστεύτηκε ότι στο σπήλαιο της Ίδης γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Δίας και έμελε να γίνει ένα από τα σημαντικά μέρη λατρείας του στον αρχαίο κόσμο. Από την πρώιμη αρχαιότητα, ο τόπος γέννησης συνδέθηκε με το Ιδαίον Άντρο, όπου μαζεύονταν πλήθη πιστών για πολλούς αιώνες, να προσκυνήσουν το μεγάλο θεό.
Στην ελληνιστική εποχή, συνεχιζόταν εκεί η μυστηριακή λατρεία με στάδια μύησης κατά την τελετή αναπαράστασης της θείας γέννησης.
Η τελετή μύησης διαρκούσε ένα μήνα και στο τέλος ο μύστης αντικαθιστούσε το μαύρο ένδυμα με λευκό, σημάδι της εσωτερικής τελείωσης του ατόμου. Η λατρεία συνεχίστηκε πολλούς αιώνες μετά τη γέννηση του Χριστού και την επικράτηση της νέας θρησκείας. Από τον 3ο αιώνα μ.Χ. είναι γνωστή η αφιέρωση του Αστέρος στον Ιδαίο Δία.
   
Η Ρέα καταφεύγει στην Κρήτη, όπου γεννά το Δία και στο φόβο μην αποκαλυφθεί στον Κρόνο και έχει την τύχη των αδελφών του, επιστρατεύει τους Κουρήτες, μυθικούς δαίμονες της Κρήτης, που χόρευαν δαιμονισμένα τον πυρήχη, χτυπώντας δυνατά τις μεταλλικές ασπίδες τους για μην ακουστεί το κλάμα του μωρού.
  
Οβολός Ελυρίων 4ου π.Χ.αιώνα
Την ανατροφή ανέλαβε η Νύμφη Αδράστεια κόρη του βασιλιά Μελισσέα με τις αδελφές της Αμάλθεια και Ίδη και τη νύμφη Μέλισσα, φροντίζοντας η κάθε μια με τη δική της φροντίδα την ανατροφή του Δία.

Εδώ υπάρχει η εκδοχή της αίγας Αμάλθειας, που δεν μπορεί να είναι  πραγματικότητα αφού ή γνωστή αίγα δεν ήταν παρά ένας Κρητικός αίγαγρος, το αγρίμι που σήμερα σώζεται μόνο στα Λευκά όρη των Χανίων, σε αντίθεση με την αρχαιότητα, που κυριαρχούσε σε όλα τα βουνά της Κρήτης.  Και ήταν λογικό οι μυθοπλάστες της εποχής, μη γνωρίζοντας τις ιδιαιτερότητες της κρητικής πανίδας, να οδηγούνται στην εκδοχή της αίγας.
Την αίγα αυτή, φύλασσε χρυσός σκύλος κατά τον Αντωνίνο Λιβεράλις(Μεταμορφώσεων Συναγωγή, 36)
«την αίγα δε Ρέας βουλή κύων χρύσεος εφύλλατεν»
 «τον δε κύνα τον χρύσεον απέδειξε(ο Δίας) φυλάττειν το ιερόν εν Κρήτη»

Η παραδοχή της εκδοχής του αίγαγρου, εξηγεί και το σχήμα που είχε το περίφημο «κέρας της Αμάλθειας», το γνωστό από πολλούς μύθους που αναβίωσαν σε πολλά μέρη, κέρας της αφθονίας.
Κάποια μέρα ο Δίας πάνω στο παιχνίδι του, έσπασε το ένα κέρατο του αίγαγρου, οπόε θεώρησε σωστό να το δώσει σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, στην αφοσιωμένη του τροφό την Αμάλθεια, για να την ευχαριστήσει, αλλά με την ιδιότητα να είναι αυτό, αστείρευτη πηγή αγαθών. Οι μυθογράφοι του αρχαίου κόσμου ανέφεραν ότι το κέρας της Αμάλθειας, δεν άδειαζε ποτέ και ήταν πάντα γεμάτο με την τροφή που επιθυμούσε ο κάτοχος του.(Παυσανίας 7,26,8. Στάβων 5,8,8. Οβίδιος Μεταμορφώσεις 9,85)

Είναι παράξενο, αλλά στον αρχαίο κόσμο το κέρας θύμιζε κέρατο αγελάδας. Η εξήγηση είναι απλή, αφού στους τεχνίτες αλλά και τους μυθογράφους της εποχής, δεν υπήρχε η εξοικείωση με τα κρητικά πρότυπα, που πηγάζουν από την αρχαία μινωική λατρεία όπου ιερό ζώο δεν είναι η κοινή αίγα, αλλά ο κρητικός αίγαγρος, το γνωστό και σήμερα κρητικό αγρίμι. Στους μη Κρήτες, θύμιζε περισσότερο κέρατο αγελάδας, αφού δεν έμοιαζε με κέρατο κοινής αίγας.


Η νύμφη Μέλισσα πρόσφερε το μέλι και τις χρυσές μέλισσες που φύλαγαν το σπήλαιο της γέννησης.
Ο Απολλόδωρος λέει ότι την ανατροφή ανέλαβαν οι δυο κόρες του Μελισσέα οι νύμφες Αδράστεια και Ίδη ενώ ο Καλλίμαχος συμπληρώνει ότι τον κοίμιζαν σε χρυσό λίκνο(κούνια), κρεμασμένο από ένα δέντρο.
Η Αδράστεια, του έκανε δώρο την περίφημη ευτρόχαλο σφαίρα για να παίζει. Ένα παιχνίδι που όμοιο του, δεν υπήρχε στον κόσμο.
«…το οι ποίησε φίλη τροφός Αδρήστεια
άντω εν Ιδαίω έτι νήπια κουρίζονται
Σφαίραν ευτρόχαλον, της ου σύγε μείλιον άλλο
χειρών Ηφαίστειο κατακτεατίσση άρειον»
                                        (Απολλώνιος Ρόδιος Άργον 3,133-136)
«σε δε(Ζευ), κοίμησεν Αδρήστεια
λίκνω ενί χρυσέω»       (Καλλίμαχος Ύμνος εις Δία 47-49)
Η χρυσή σφαίρα είχε πάνω της χαραγμένους πολλούς κύκλους, που διέσχιζε μια σπείρα από σμάλτο. Όταν πετούσε τη σφαίρα ο Δίας στον αέρα, άφηνε πίσω της μια ακτινοβόλο λάμψη.
   
Αποτελεί δε στο μύθο, προβολή ενός καθαρά μυητικού συμβόλου, άγνωστης σε μας τεχνολογικής προέλευσης.
Το όνομα της Αδράστειας συναντάται στις πινακίδες της γραμμικής Β στην Πύλο και ήταν γνωστό στην Κρήτη από την δεύτερη π.Χ. χιλιετία.
Σημαίνει «αναπόδραστη» αυτή που κανείς δεν μπορεί να αποφύγει,
γι αυτό και η λέξη αδράστεια εχρησιμοποιούνταν ως επίθετο της θεάς Νέμεσης.
Η Αδράσεια Νέμεσις. Λεγόταν για αυτούς που είχαν ζήσει καλή ζωή, αλλά η θεία δίκη αδράστεια, τους έφερνε τη δυστυχία στο τέλος.
Φράσεις που επικρατούσαν ήταν «συν Αδραστεία»(με τη βοήθεια της Αδράστειας επικρατεί δικαιοσύνη), «προσκυνείν Αδράστειαν» και «οφθαλμός Αδραστείας».

Η Ίδη, λεγεται ότι ήταν η μητέρα των Ιδαίων Δακτύλων, κόρη του Κορύβαντα που ήρθε στην Κρήτη και παντρεύτηκε το βασιλιά του νησιού στην πόλη Λύκτο, τον Λύκαστο.(Πλούταρχος Συμποσιακά 3,9,2)
  

Ο Αντωνίνος Λιβεράλις μας λέει ότι στο μικρό Δία έκαναν συντροφιά τρείς μικροί φίλοι.
Ο Αετός, ο Κέλμις και ο Αιγιπάν.
Λέγεται ότι ο Κέλμις, ένας από τους Ιδαίους Δακτύλους, κάποτε πρόσβαλε τη Ρέα και ο Δίας τον μεταμόρφωσε σε μεταλικό σώμα(Κέλμις ο σιδηροδέσμιος)
Διέταξε τους δυο άλλους Ιδαίους Δακτύλους, τον Άκμωνα και τον Δαμναμενέα, να φτιάξουν σιδεριά και να τον δέσουν με αυτή σε μια πλαγιά της Ίδης. Όπως γνωρίζομε και από τον Προμηθέα, οι θεοί δεν αστειεύονταν όταν είχαν να κάνουν με υβριστές.(Οβίδιος, Μεταμορφώσεις)
Ο Αετός ήταν ο αγαπημένος φίλος του Δία και η Ήρα αργότερα νομίζοντας ότι αγαπούσε περισσότερο αυτόν από την ίδια, τον μεταμόρφωσε σε πουλί.
Ο δε Αιγιπάν θεωρούνταν ομογάλακτος αδερφός του Δία, γιός του Κρόνου και της Ρέας, ο γνωστός τραγοπόδαρος θεός Παν.
Ο γνωστός πάλι σε εμάς τους νεοέλληνες, Μεσημεράς, κατά τον Άγγελο Σικελιανό και τη λαική παράδοση. Που του άρεσε να πειράζει τους ανθρώπους ειδικά στη μεσημεριανή ησυχία και να βατεύει τα ζώα στις στάνες των βοσκών. Αλλά και οι μανάδες, απειλούσαν τα παιδιά που δεν έτρωγαν, ή ήθελαν να παίζουν καταμεσήμερο στους δρόμους, ότι θα περάσει ο μεσημεράς και θα τα μαζέψει.

Η Αμάλθεια εμφανίζεται στη μυθολογία πότε ως αίγα(αίγαγρος), πότε ως νύμφη. Ο Καλλίμαχος μιλά για τους παχείς μαστούς της από τους οποίους ήπιε γάλα ο Ζευς(Ύμνος εις Δία, 48-49).
Σε πολλά αρχαία κείμενα, εμφανίζεται ως κόρη του βασιλιά της Κρήτης Μαλισσέα.
Ο Δίδυμος, θέλει την Αμάλθεια αδελφή της Μέλισσας και της Αδράστειας.
Ο Μουσαίος τη θέλει κόρη του ήλιου, αλλά αναφέρει ότι ήταν τόσο πολύ άσχημη και αποκρουστική στην όψη, που οι Τιτάνες επι Κρόνου πολιτείας, επειδή δεν μπορούσαν ούτε να τη βλέπουν, παρακάλεσαν τη Γαία να την κρύψει σε ένα σπήλαιο της Κρήτης.
 
Αργυρή δραχμή Ελυρίων, 3ος π.Χ.αιώνας
Στο σπήλαιο αυτό, τη βρήκε η Ρέα και της παράδοσε το νεογέννητο Δία, γνωρίζοντας ότι θα κρατήσει το μυστικό από τους Τιτάνες που την ήθελαν κλεισμένη μακριά από τους ανθρώπους.
Η Αμάλθεια υπήρξε στοργική τροφός, σε αυτήν αποδίδεται η έμπνευση να κρεμάσει το λίκνο του Δία σε δέντρο, ώστε να μην τον βρίσκουν οι Τιτάνες ούτε στη γη, ούτε στη θάλασσα, ούτε στον ουρανό.
Γι αυτό ο Δίας σε αυτήν έκανε δώρο το κέρας της αυθονίας. Και όταν έγινε εξουσιαστής του κόσμου, δεν θέλησε να χαθεί η αγαπημένη τροφός του. Την έκανε αστερισμό και την τοποθέτησε για πάντα στον ουρανό.
«…εποίησεν(ο Ζευς) την μεν αίγα μεταβολήν αθάνατον. Και αυτής ετι νυν είδωλον εστιν εν τοις άστροις…» (Αντωνίνος Λιβεράλις, εταμορφώσεων Συναγωγή, 36).
Ο Σουηδός θρησκειολόγος Μάρτιν Νίλσον, υποστηρίζει πως η Αμάλθεια ήταν μινωική θεότητα που σχετιζόταν με τη γη(παραγωγή αγαθών) και τους αγαθούς δαίμονες της φύσης.
Ο δε αίγαγρος, θεωρούνταν από την προιστορική Κρήτη ιερό ζώο, συναντώντας τον σε πολλές παραστάσεις αναθηματικών πινακίδων που βρέθηκαν στην Κνωσό, να θηλάζει τα μικρά του.


Για τους Κουρήτες και τους Ιδαίους Δακτύλους, θα αφιερώσομε ένα ξεχωριστό αυτόνομο άρθρο, στην ετικέτα «ιστορία» και «πολιτισμός» του ιστολογίου.


Η αιγίδα, που κατά την απλοϊκή εκδοχή αλλά και το Στράβωνα, ήταν το δέρμα της αίγας που έτρεφε το μικρό Δία, χρησιμοποιήθηκε από αυτόν ως πανοπλία, κατά άλλους ως ανίκητο όπλο στη μάχη του με τους Τιτάνες. Του το έδωσε η Θέμιδα, κόρη του Ουρανού, που ανήκε στη γενιά των Τιτάνων.
Αυτό, ήταν ένα όπλο άτρωτο, αδιαπέραστο από τα βέλη και φοβερό στην όψη. Την είχε κατασκευάσει ο Ήφαιστος και είχε πάνω της την όψη μιας Γοργόνας, ή της Μέδουσας. Κρέμονταν δε από αυτήν, εκατό θύσανοι.(Δ. Σικελιώτης 5,70,2 Ομηρος Ιλιάδα ρ593)

«Εχούφτωσε την φοβερή φεγγοβολούσα αιγίδα
Ο γιος του Κρόνου τότε ευτύς, κι ολόκληρη την Ίδα
τη σκέπασε με σύννεφα, βροντάστραψε μεγάλα,
π’ όλη την Ίδα ετράνταξε κι έριξε στην τρεχάλα
τους Αχαιούς…»(Ομήρου Ιλιάδα Ρ593μετφρ Ψυχουντάκη)

Με όπλο την αιγίδα ο Δίας κατάφερε να βγει νικητής στις Τιτανομαχίες και μετά, τη χάρισε στην κόρη του Αθηνά.

Ο Κρηταγενής Ζευς γεννιέται σε σπήλαιο και παραδίδεται ως νεαρός, ωραίος και αγένειος θεός, όπως φαίνεται σε λατρευτικά κείμενα και εικονίζεται σε αγάλματα του, όπως ο Δικταίος Ζευς αλλά και το άγαλμα κρητικής καταγωγής που βρέθηκε στο Αίγιο. Αλλού εικονίζεται ως δενδρικός θεός, τύπος που ενισχύει τη βλαστική του ιδιότητα, συνδιάζοντας τα χαρακτηριστικά της μινωικής  δενδρολατρείας, όπως ανιχνεύεται σε παραστάσεις του κρητομυκηναικού αιγιακού χώρου.
Συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά της θνήσκουσας βλαστικής θεότητας.
Γέννηση, ενήβωση, ιερός γάμος με την Ήρα στην Κνωσό, θάνατος.
Πεθαίνει, όπως πεθαίνει κάθε χρόνο ο κρητικής καταγωγής Υάκινθος και ο Άδωνις, που λατρεύονται με θρήνους αλλά και χαρές σε πολλές ελληνικές περιοχές. Για να ξανααναστηθεί με το ξαναζωντάνεμα της φύσης, όπως ο σπόρος στη γη.
Αυτή του η ιδιότητα, δημιούργησε σύγχυση στον αρχαίο κόσμο μια που δεν ήταν δυνατό να κατανοήσουν οι Έλληνες των ιστορικών χρόνων τις πανάρχαιες προιστορικές λατρευτικές συνήθειες και δοξασίες της μακρινής αυτής εποχής.
Όταν ο Κρηταγενής Δίας ταυτίστηκε με το Δία του ομηρικού δωδεκάθεου, εύλογα δημιουργήθηκε η απορία. Πώς γίνεται να υπάρχει στην Κρήτη ο τάφος ενός αθάνατου ;
Η απορία αυτή, παραδόθηκε σ εμάς από τον ύμνο του Καλλίμαχου, ο οποίος κατηγορεί τους Κρήτες ως ψεύτες, επειδή έδειχναν τον τάφο ενός αθάνατου.
«Κρήτες, αεί ψεύσται. Και γαρ τάφον ω ανα, σείο
Κρήτες ετεκτήναντο. σύ δ ου θάνες. Εσσί γαρ αεί»

Αν και η ταύτιση του Κρηταγενούς Δία με τον Ολύμπιο, αφαίρεσε αρκετά από τα χαρακτηριστικά του, στην Κρήτη διατηρήθηκε η αγένεια μορφή του και για πολλούς αιώνες λατρεύτηκε ως νέος και ωραίος θεός, όπως μας παραδόθηκε από τον ύμνο του Παλαίκαστρου της Σητείας του 4ου π.Χ. αιώνα. Σ αυτόν, αποκαλείται από τους λατρευτές του ως Μέγιστος Κούρος, που οδηγώντας τους άλλους δαίμονες, κατεβαίνει μια φορά το χρόνο από το όρος Δίκτη, σε ανάμνηση της αρχαίας βλαστικής θεότητας του Διός Κούρου.
Η ανάμνηση της πανάρχαιας αυτής θεότητας διατηρείται στην Κρήτη των ελληνιστικών και των ρωμαϊκών χρόνων. Αλλά και κατά τους πολύ νεότερους χρόνους στην Κρήτη γινόταν γιορτές όπου τιμούσαν τον θνήσκοντα και αναγεννόμενο Δία με τελετές που γινόταν στο ιερό σπήλαιο του Ψηλορίτη, όπου βρισκόταν ο θρόνος του, ένα έργο τέχνης, ελεφαντούργημα που είχε εισαχθεί από τα Συριοπαλαιστινιακά παράλια, όπως αποκάλυψε η νεότερη έρευνα του καθηγητή Γιάννη Σακελλαράκη.
Οι μυητικές τελετές που γινόταν εκεί, αναφέρονται και στην περιγραφή μύησης του Πυθαγόρα(Πορφυρίου, βίος Πυθαγόρα).
Ο δε Πλάτωνας, αναφέρει
«του Διός άντρον ου τα μέγιστα των του Διός μυστηρίων και των Κουρήτων ενιεράσθαι ελέγετο…»
«προσεχώς δ ωρμημένοις επι το του Διός άντρον, ιερόν τούτο γενόμενον αγιώτατον, εφ ω τα σεπτότατα και αρρητότατα των μυστηρίων επετελείτο…»(Σχολιαστής Πλάτωνα Νόμοι 1.625)
Ο θρόνος είχε τελετουργικό χαρακτήρα και ανάλογο συναντούμε σε ένα σημαντικό μεταγενέστερο ιερό, στις Αμύκλες της Λακωνίας.
Ήταν ο θρόνος του Απόλωνα, που στη λατρεία του ενσωματώθηκε και ο προϊστορικός βλαστικός Υάκινθος.


Ο Κρητικός Διόνυσος-Ζαγρέας, ήταν γιός του Δία και της Περσεφόνης ή της Δήμητρας και είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Κρήτη. Σε αντίθεση με τον πανελλήνιο μύθο, που θέλει τον Διόνυσο γιό του Δία και της Σεμέλης.
 «Τούτον δε τον θεόν γεγονέναι φασίν εκ Διός και Περσεφόνης κατά την Κρήτην…»(Δ. Σικελιώτης 5,75)
Το όνομα του Διονυσου αναγνωρίζεται σήμερα στις πινακίδες της Γραμμικής Β Γραφής. Την εποχή εκείνη, δεν φαίνεται να ήταν θεός του κρασιού, όπως τον συναντάμε σε μεταγενέστερες εποχές.
Όπως και ο Ζευς, γεννήθηκε στην Κρήτη, φυλάχτηκε από τους Κουρήτες και εξέρχεται νικητής από ένα αγώνα με τους Τιτάνες, έστω κι αν χρειάστηκε να αναστηθεί, ή να ξαναγεννηθεί.


Η γέννηση του Ζαγρέα Διόνυσου, περιέχει στοιχεία χθόνιας λατρείας.
Ο Δίας μεταμορφώνεται σε φίδι για να σμίξει με την Περσεφόνη, φιδόμορφη και κερασφόρο θεά. Γεννήθηκε ο Ζαγρέας, που ορίζεται από το Δία ως βασιλιάς των θεών, δίνοντας του τα σκήπτρα της εξουσιας, τον κεραυνό και τη βροχή. Φοβούμενος όμως τη ζήλεια της Ήρας, ζήτησε τη βοήθεια των πιστών του Κουρητών. Και μαζί τους, ζήτησε από τον Απόλλωνα να προστατεύσει το βρέφος.
(Νόνος, Διονυς, 6, 154-162, 206-212. Ευριπίδης, Κρήτες. Ησύχιος, λ. Ζαγρεύς. Κλήμης Αλεξανδρεύς, Προτρ. 2,17)
Η Ήρα έστειλε τους Τιτάνες, που ξεκίνησαν για το ιερό σπήλαιο, για να προσφέρουν τάχα δώρα στο Ζαγρέα. Μια σφαίρα, ένα καθρέφτη, μια σβούρα που περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό της και άλλα.
«κώνος και ρόμβος και παίγνια καμπεσίγυα,
μήλα τε χρυσέα καλά παρ Εσπερίδων λιγυφώνων…»(Κλήμης Αλεξανδρεύς, Προτρεπτ. εις Έλληνας, 2,18)

Ο Ζαγρέας εντυπωσιασμένος από τα δώρα και καθώς κοιταζόταν στον καθρέπτη, όρμησαν οι Τιτάνες να τον σκοτώσουν. Ο νεαρός θεός για να αποφύγει την επίθεση των Τιτάνων, μεταμορφώθηκε διαδοχικά σε έφηβο, σε γέρο, πήρε τη μορφή του Δία με την αιγίδα, τη μορφή τίγρη, λιονταριού, αλόγου και ταύρου. Την ώρα που είχε μεταμορφωθεί σε ταύρο, όρμησαν οι Τιτάνες, τον έπιασαν από τα κέρατα, τον καθήλωσαν και άρχισαν να τον τρώνε. Άλλοι πίστευαν ότι τον έκαναν κομμάτια και τον έβρασαν πριν τον φάνε και άλλοι ότι τον έφαγαν ωμό. Ο μύθος αυτός αιτιολογεί και τις ωμοφαγικές τελετές, που ήταν γνωστές στην Κρήτη αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα κατά την αρχαιότητα, με πηγή το χαμένο έργο του Ευριπίδη, “Κρήτες”.
Πρόλαβε η Αθηνά και πήρε την καρδιά του Διόνυσου Ζαγρέα και την πήγε στο Δία, που κατακεραύνωσε τους Τιτάνες και τους έστειλε στα Τάρταρα. Αφού έβαλε σε ένα γύψινο ομοίωμα ανθρώπου την καρδιά του Ζαγρέα και αυτός αναστήθηκε(Κλήμης Αλεξ. Προτρ. 2,18).
Αλλού λέγεται ότι ο Απόλλων πήρε τα επτά κομμάτια του που είχαν απομείνει και τα έθαψε στο σπουδαίο ιερό του στους Δελφούς.
 «Ζεύς δε ύστερον επιφανείς κεραυνώ τους Τιτάνας αικίζεται και τα μέλη του Διονύσου Απόλλωνι τω παιδί παρακατατίθεται καταθάψαι…»(Κλήμης Αλεξ. Προτρεπτ. εις Έλληνες, 2,18)  

Άλλοι λένε(Διόδ. Σικελιώτης, 3,62), πως η Δήμητρα μάζεψε τα κομμάτια του Ζαγρέα και τα έδωσε στους θεούς, που από αυτά ανέστησαν το θεό. Οι Ορφικοί πίστευαν ότι ο Δίας έδωσε τα κομμάτια στη Σεμέλη αφού τα έκανε σκόνη, να την καταπιεί και έμεινε έγκυος ξαναγεννώντας το Ζαγρέα ως Διόνυσο(Νόνος 24,43-49).
Ο Διόνυσος δημιούργησε δυο μικρά νησιά στην Κρήτη, που τους έδωσε το όνομα τους, τις Διονυσιάδες, τις οποίες επικαλούνταν οι Κρήτες για να αποδείξουν την γέννηση του Διόνυσου στην Κρήτη, λέγοντας ότι παρόμοιο φαινόμενο δεν υπήρχε πουθενά στον κόσμο.
 «…Τούτον δε τον θεόν όν Ορφεύς κατά τας τελετάς παρέδωκε διασπώμενον υπό των Τιτάνων…Οι δ ούν Κρήτες της παρ αυτοίς γενέσεως του θεού πειρώνται σημεία φέρειν, λέγοντες ότι περί την Κρήτην δυο νήσους κτήσας επί των καλουμένων Διδύμων Κόλπων, Διονυσιάδας αφ εαυτού προσηγόρευσεν, ‘οπερ μηδαμού της οικουμένης αυτόν ετέρωθι πεποιηκέναι…»(Διόδ. Σικελιώτης 5,75)


Συμπληρώνεται συνεχώς…





Βιβλιογραφία-πηγές.
Ελληνική Μυθολογία Εκδοτικης Αθηνών
Κρητική Μυθολογία(Ν.Ψιλάκης εκδόσεις Καρμάνωρ)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου