Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Το ριζίτικο τραγούδι στη Μάχη της Κρήτης


Ετοιμάζοντας ένα μεγάλο αφιέρωμα στο Ριζίτικο τραγούδι, την ιστορία και την καταγωγή, αλλά και τους πολιτισμικούς κώδικες που αυτό μας μεταφέρει μέσα απο τους αιώνες της λαϊκής μας κληρονομιάς, θα κάνομε σήμερα μια ειδικότερα αναφορά, στο ρόλο του ριζίτικου, μέσα στα χρόνια της θύελλας των γερμανών αλεξιπτωτιστών και της δόξας των αθάνατων και αδούλωτων ψυχών της κρητικής υπαίθρου.
Τότε που οι ριζίτες, οι αδούλωτοι κάτοικοι των παρυφών αλλά και των ορεινών χωριών των Λευκών ορέων, εκεί που γεννήθηκε το ριζίτικο τραγούδι, στα ξέστρατα της Στράτας των Μουσούρων, βγήκαν στον κάμπο να προυπαντήσουν τα ναζιστικά γουρούνια(τα λέμε έτσι, γιατί ποτέ δεν έπαψαν να είναι κι ας προσπαθούν κάποιοι ολετήρες της ανθρώπινης συνείδησης να μας πείσουν για το αντίθετο), που έπεφταν απο τον ουρανό, ζητώντας να πάρουν τη γη και την ψυχή αυτών των ανθρώπων.
Λίγα μέτρα νότια της γέφυρας του Κερίτη, ξέρασαν οι βάρβαροι κτηνάνθρωποι
όλη τη χολή τους πάνω στο αδούλωτο πνεύμα των κατοίκων της ρίζας.
Που όταν απόκαμαν να πολεμούν άλλο το θεριό, ξεχασμένοι απ όλο τον κόσμο και με τα "συμμαχικά" στρατεύματα να έχουν αποχωρήσει πλήρως απο το νησί, αλλά και τα νειάτα του να πολεμούν στα βέρεια σύνορα της Ελλάδας μας, στην Αλβανία, όταν ηττήθηκαν απο τις σιδερόφρακτες στρατιές του ναζιστικού ρατσισμού και της κτηνωδίας που κουβαλούσε στις ματοβαμένες φτερούγες του, 
οδηγήθηκαν μαζικά στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Νέοι, γέροι, γυναίκες, ανάπηροι...δεν ζεχώριζε η ορδή των γουρουνιών του γερμανικού κτήνους κανέναν απο τις κάνες των όπλων τους.
Διψούσαν για αίμα και εκδίκηση σε έναν άμαχο πληθυσμό, που τόλμησε να υπερασπιστεί με αγροτικά εργαλεία τη γη των προγόνων του και να αποδείξει για πρώτη φορά μετά την παγκόσμια επέλαση του κτήνους, οτι τελικά, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΗΤΤΗΤΟ.
Η Μεγαλοσύνη της ψυχής και της λεβεντιάς αυτού του λαού, φάνηκε τότε.
Μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα η λεβεντόκορμη κρητική μάνα, ο γέρος υπερήφανος ξωμάχος της ζωής των 80 χρόνων, μα και το παιδί των 15, έκαναν τα γερμανικά κτήνη να βγάζουν αφρούς λύσσας μπροστά στο θέαμα που έβλεπαν μπροστά απο τις κάννες των όπλων τους.


Στον Αλικιανό, στην εκτέλεση των 118 στην ανατολική όχθη του Κερίτη, πρίν αρχίσει το κροτάλισμα των πολυβόλων που κράτησε μέχρι το απόγευμα, θερίζοντας ομάδες αμάχων ανά 8-10 άτομα,
Ακούστηκε βροντερή η φωνή της Κρήτης απο τα χείλη των μελοθανάτων, σαν αγγέλων ψαλμωδία απ τον ουρανό, σαν φωνές απο Ερινύες, το ριζίτικο τραγούδι που αντιλάλησε σ όλο τον κάμπο δίνοντας κουράγιο και δύναμη ψυχής σ αυτούς μένουν πίσω.

«Τον αντρειωμένο μην τον κλαις
όσο κι αν αστοχήσει.

μα αν αστοχήσει μια και δυο

πάλι αντρειωμένος θα ναι…»


Μέχρι που μια κοφτή κίνηση του χεριού του αξιωματικού των SS, πρόγονου των σημερινών τοκογλύφων μας, έκανε τα πολυβόλα να ξεράσουν φωτιά και μολύβι και το ριζίτικο να μείνει στα χείλη και τις ψυχές των αντρειωμένων, ακολουθώντας τους στα πανύψηλα και απάτητα λημέρια της δόξας και του ηρωισμού.
Εκεί που μόνο με τους αξιακούς κώδικες της λευτεριάς και της αξιοπρέπειας,
του πατριωτισμού και της λαικής παράδοσης διαβατήριο, γίνεσαι δεκτός.


Το άρθρο που ακολουθεί, είναι 
του Σταμάτη Αποστολάκη Δάσκαλου λαογράφου

Αξιώνεται η Κρήτη να γιορτάζεται η Μάχη της κάθε χρόνο και λαμπρότερα γιατί εδίδαξε στον κόσμο ότι δεν συναντάται εύκολα, πως δηλαδή, η περιφρόνηση για τον θάνατο και η τόση αγάπη για την ελευθερία, σε τούτη την αιματοπότιστη γης, φτάνει στο αποκορύφωμά της! Και της αξίζει!
Τραγουδήθηκε και ιστορήθηκε πολύ η μάχη της Κρήτης του 1941, γιατί το μεγαλείο της είναι σαν τη βουνοκορφή, δεν κρύβεται!…
Aπό τ’ ανεκτίμητο ριζίτικο δημοτικό τραγούδι της Κρήτης μας θα μεταφέρουμε εδώ λίγα διαμάντια του, αφιερωμένα “στη Μάχη της Κρήτης”, τη συγκλονιστική αυτή ώρα που τη φόρτωσε μεγαλείο και δόξα, πάνω στο μεγαλείο και τη δόξα της, από τους αρχαίους τους καιρούς!
Ο λαϊκός τραγουδιστής -καθώς το ξέρουμε- δεν μπορεί ν’ αφήσει μεγάλο θέμα, χωρίς να το κάμει τραγούδι, να το κάμει μάθημα και έπος, να τ’ αφήσει για δάσκαλο – διδάχο στις επερχόμενες γενεές και να μορφώσει έτσι επιδέξια κι αληθινά τη νεότητα.
Κ’ εδώ, επίκαιρα θυμούμαστε τον λόγο του Αιλιανού στην “Ποικίλη στοά” του, που λέει:
 “Κρήτες, τους παίδας τους ελευθέρους μανθάνειν πρώτον τους Νόμους εκέλευον μετά τινός μελωδίας… δεύτερον δε μάθημα έταξαν τους των θεών ύμνους μανθάνειν, τρίτον τα των αγαθών ανδρών εγκώμια…” (1)
Γενικοί κανόνες για τη ζωή είναι τα ριζίτικα τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας μας Κρήτης, που συγκινούν και συγκλονίζουν με τον δωρικό τους λόγο, όπως στο θέμα μας:

Παιδιά, κ’ είντα ’ναι οι μπαλωτές, στον κάμπο οι καμπάνες,
άτζεμπα γάμο κάνουνε ή πανηγύρι έχουν;
Ούτε και γάμο κάνουνε, ούτε και πανηγύρι,
μόνο επέσαν Γερμανοί από τ’ αεροπλάνα
κι αρχίσανε τον πόλεμο στον κάμπο οι καμπίτες
…” (2)

και το ξάφνιασμα που έφερε στο νησί ο απρόσμενος κι απρόσκλητος επισκέπτης – κατακτητής, αλεξιπτωτιστής Γερμανός.
Αλλά οι “ξενομπάτες” δεν ήταν μόνο απειλή, έγιναν Χάρος που σε λίγο μαυροφόρεσε τον τόπο μας:

Φωνή και κλάημαν άκουσα στση Κάντανος τον κάμπο
σε ποια μεριά τση Κάντανος, σε ποια μεριά του κάμπου;
Στ’ Ανισαράκι κλαίγανε τσοι γιους των οι μανάδες,
κλαίνε και στον Κουφαλωτό τσ’ άντρες των οι γυναίκες
που των αφήκαν ορφαν
ά…” (3).
ή
Αν θυμηθούμε την εκτέλεση των 118 αμάχων από τα ναζιστικά κτήνη στον Κερίτη ποταμό, την 1η Αυγούστου 1941, λίγες μέρες μετά την πρώτη εκτέλεση των 60 στον περίβολο του Τιμίου Σταυρού.

Φωνή και κλάημαν άκουσα στ Αλικιανού τον κάμπο
σε ποια μεριά τ Αλικιανού, σε ποια μεριά του κάμπου;
Εις τον Κερίτη ποταμό μια μαυροφορεμένη
έκλαιγε για το γιούκα τζη…”


Μάχες πάνω σε μάχες, παλληκαριές και ηρωισμοί σ’ όλη την Κρήτη: Από το Μάλεμε ως τον Γαλατά, απ’ την Αγιά ως τ’ Αλικιανοβατόλακκα, απ’ τον Κακόπετρο ως το ξεθεμέλιωμα της Καντάνου, από το Γερακάρι ως τ’ Ανώγεια, από το Κολυμπάρι ως τον Σκινέ, μ’ εκείνη την ανατριχιαστική επιγραφή στην είσοδό του: “Εισέρχεσθε εις γερμανικήν ιδιοκτησίαν.
Απαγορεύεται η είσοδος άνευ αδείας” κι από το Καστέλι ως το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο, τα Σφακιά και τη μαρτυρική Μαλάθυρο, το Κοντομαρί κ.α. κάθε λιμάνι και βουνό, κάθε κάμπος της, ρεματιά και ράχη, όλες αυτές οι μεγάλες ώρες τραγουδήθηκαν άξια από το ριζίτικο τραγούδι.
Ενα δείγμα -η μάχη του Γαλατά- όπως το τιτλοφορεί ο αείμνηστος Ιδ. Παπαγρηγοράκης στη δυσεύρετη πια Συλλογή του, θα μας μεταφέρει στη Βιβλική καταστροφή που άφησε το πέρασμα των Γερμανών εκεί:

Φωνή και κλάημαν άκουσα στου Γαλατά το λόφο,

μη Χάροντας επέρασε, θανατικό μην ήρθε;

Μουδέ ο Χάρος πέρασε, θανατικό δεν ήρθε

μόνο φονιάδες ήρθανε απού τη Γερμανία.

Σφάζουνε, καίνε στα χωριά, τις εκκλησιές μολύνουν,
τα δέντρα μαραθήκανε και τα πουλιά σιγήσα
κ’ οι ποταμοί στερέψανε απ’ τον πολύ τον πόνο…” (4).


Εμείς, οι μεγαλύτεροι στα χρόνια, που ζήσαμε την “παραδοξότερη αυτή μάχη της γης” κι αντιβουΐζουνε ακόμη στ’ αφτιά μας οι τρομεροί βόμβοι των στούκας και οι παγωμένοι χαρακτηριστικοί ήχοι των μοτοσυκλετών, πρωτόγνωρα τότε ατίθασα άλογα, για τη γη του νησιού μας, πώς να ξεχάσουμε τις μάχες που έδινε η Κρήτη μας, η αδύναμη τότε, με τον πανίσχυρο εχθρό;
Ψηλά στη Μαδάρα, η μάχη της Αχλάδας, με λιβανωτό για τις ψυχές των λαβωμένων μας, τ’ αποκαΐδια από τα μαρτυρικά Κάτω Χωριά (Μονή, Λιβαδά, Κουστογέρακο και Σούγια), θα γίνει δωρικό τραγούδι:

Βαρύ ντουφέκι ρίχνεται ’ς τσ’ Αχλάδας το μιτάτο

οι Γερμανοί ανέβηκαν ανίχνεψη να κάμου

κ’ εκειδά τσι μπλοκάρανε καμπόσοι παιγνιδιώτες

λογαριασμό των – ε ζητάν εις τάχουν καμωμένα:

γιατί χαλούνε τα χωριά, τα σπίθια γιάντα καίσι;
γιάντα τα γυναικόπαιδα στη μπαταρία βάνουν;
Εδά θα σας – ε δείξουμε πως πολεμούν οι γι – άντρες…” (5).



ή το άλλο σχετικό:

“…Στο Σέλινο κουφοβροντά, βρέχει μα βρέχει μπάλες

οι Γερμανοί περάσανε στα Τρα Χωριά τα πέρα,

Μονή και Κουστογέρακο και Λιβαδά και καίνε,
τα παλληκάρια φτάξανε…” (6).


Για την καταστροφή της Καντάνου θα μας μιλήσει έτσι το ριζίτικο τραγούδι μας και θα μας φέρει στη μνήμη τον ερχομό “των καημένων” στα χωριά του Ανατολ. Σελίνου για μια πρώτη περίθαλψη:

“…Απού την Κάντανο ’ρχομαι κι απού τ’ Αποπηγάδι.
Δε με ρωτατ’ ειντά ’παθα, δε με ρωτατ’ ειντά ’δα;
Είδα τα σπίθια τρόχαλο, τσ’ αυλές χορταριασμένες
κι άκουσα στα χαλάσματα, κι έκραζα νυχτοπούλια!
Κι εκειά στο έμπα του χωριού νιους Γερμανού το μνήμα
και δίπλα μαρμαρόπλακα που γράφει αυτά τα λόγια:
«Επά ’τανε η Κάντανο και καταστρέψαμέ ντη
και μπλειό δε θα ξαναχτιστή, κι έρημη θ’ απομείνει
γιατί ’καμε βαρειές ζημιές στου Γερμανού τ’ ασκέρι».
Μα η Κάντανο εχτίστηκε καλλίτερ’ από πρώτα
…” (7).

Από την πρωτεύουσα της Επαρχίας Σελίνου, το ριζίτικο μας οδηγεί τέτοιες μέρες στη γειτονική επαρχία, την Κίσαμο. Κι όχι στα καστελιανά δειλινά εκείνα που κόλπος και κάμπος ηρεμούν ειρηνικά καθώς σήμερα, μα σαν τότε -1941- που ρίπιζε το ξάφνιασμα της γερμανικής εισβολής και η γενική κινητοποίηση όλων των χωριών της Κισάμου αυθόρμητα έτρεχε ν’ αντιμετωπίσει, ως μπορούσε, τον εχθρό:

Παιδιά κι ειντά ‘ν’ οι μπαλωτές κι ειντά ‘ν’ το καταχτύπι
Στον κάμπο τον Καστελιανό ς’ τση Κίσαμος τσι μπάντες
οι Γερμανοί επέσανε απού τ’ αεροπλάνα
και γιουρουντούνε τα χωριά κι ούλους τσι καταλυούνε
και καθαριζ’ ο τόπος μας
…” (8)

Το ίδιο μπορούσε να παρουσιαστεί για κάθε επαρχία και χωριό, κάθε πόλη και τόπο, μ’ οδηγό το ριζίτικο τραγούδι, μα θα ’παιρνε μάκρος το κείμενο…
Κατακαημένη Κρήτη! που καμες τραγούδι τον καταστρεμό και τον πόνο σου και τ’ άφηκες -καθώς πάντα- διαθήκη στα παιδιά σου, αυτό το τραγούδι, αυτόν τον μεγάλο λόγο, για να τον μελετούν τώρα και πάντα τα νιάτα σου και να ορκίζονται σαν Σπαρτιατόπουλα, στο:

“- Αμμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες”.

Ο άγνωστος δημοτικός τραγουδιστής – ποιητής στην Κρήτη, συνεχίζει το εθνικό συναξάρι και στα χρόνια της Μάχης της και θ’ αφήσει της Ιστορίας την ουσία σε ρίμα, όπως ετούτο τ’ απόσπασμα από ένα πολύστροφο τέτοιο δημιούργημά του:

“…Στα χίλια εννιακόσια εις τα σαράντα ένα
στη Κρήτη ηρθ’ ο Γερμανός να μην αφήσει ένα
…”.
Καιρός όμως να θυμηθεί ο τραγουδιστής το γνωστό σε όλους μας ριζίτικο:

Χίτλερ να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη
ξαρμάτωτη την ηύβρηκες κι ελείπαν τα παιδιά της,
στα ξένα πολεμούσανε πάνω στην Αλβανία
μα πάλι πολεμήσαμε
…” (9).

Για να φτάσει στ’ αποκορύφωμά του το γλέντι, σωστή εθνική μυσταγωγία, με μαντινάδες σαν κι αυτές:
1. Κρήτη μ’ η Μεραρχία σου, αν ήτανε κοντά σου
το Γερμανό θα ν’ έθαφτες, μέσα στα χώματά σου.
2. Κρήτη μου όμορφο νησί, που ‘γραψες Ιστορία,
δίχως στρατό πολέμησες, μιαν αυτοκρατορία.
3. Κρήτη να ‘σαι περήφανη για τ’ άξια τα παιδιά σου,
θώριε τα και καμάρωνε, να χαίρετ’ η καρδιά σου.
ή: – Θεριά σε πολεμήσανε, μα πέσανε μπροστά σου!

Γι’ αυτά τα άξια παιδιά της Κρήτης, κάτα που λέει κι η μαντινάδα, ας δούμε τι έγραφαν οι ίδιοι οι τότε κατακτητές, με τη μακάβρια πέννα του στρατηγού των Αντρέ, βουτηγμένη, θαρρείς, πιο πρώτα στο μελάνι που “έγραφε” κι ο Νέρωνας:

“…Οι Κρητικοί, όταν βρίσκωνται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, έχουν πάνω τους το μυθώδες.
Φαντάζουν σαν τους μυθικούς ήρωες. Είναι τόσο περήφανοι την τραγική εκείνη ώρα του θανάτου, που όποιος τους δει, είναι αδύνατο να μην τους θαυμάσει.
Πολλές φορές, όταν επρόκειτο να γίνουν εκτελέσεις, αφήκα το γραφείο μου και βγήκα στο μπαλκόνι, μόνο και μόνο για να τους θαυμάσω.
Σε κανένα λαό δεν είδα τέτοια περιφρόνηση προς τον θάνατο και τόση αγάπη προς την Ελευθερία…” (10).

Στη συγκλονιστική αυτή μαρτυρία, όλοι που θα συγκεντρωθούμε κ’ εφέτος εδώ στα Χανιά καθώς και στσ’ άλλες πόλεις και μαρτυρικά χωριά του νησιού μας, για να τιμήσουμε τις εορτές για την επέτειο της Μάχης της Κρήτης, εύκολα θα μπορούμε να μετρήσουμε σωστά, πόσο αξίζει εκείνος ο σφαιροφαγωμένος “στύλος της Αγιάς” που φυλάσσεται στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης, τι μας διδάσκει και ποιο είναι το που μας δείχνει χρέος!…
Παράλληλα θα τα βάλει όποιος σκεφτεί να τα μελετήσει Ριζίτικα τραγούδια για τη Μάχη της Κρήτης, κ’ ενθύμια, μαντινάδες και χώρους της, καθαγιασμένους με ποταμούς αιμάτων, για να βρει τα γνωρίσματά των, που τα κάνουν αθάνατα!
Εδώ η κρητική λεβεντιά κι η ομορφιά της αντρειοσύνης, βαραίνουν τον λόγο, τον σμιλεύουν θαρρείς στη σκέψη του μελετητή των!
Να γιατί απ’ αυτά αντλούμε δυνάμεις. Και τ’ ακούμε να λένε, να μας διαβεβαιώνουν περήφανα πως:

“Ετσι στάθηκε η Κρήτη. Ετσι μεγάλωσε και τράνεψε η Κρήτη.
Ετσι βάσταξε κι απόμεινε η Κρήτη κι είναι σήμερα στα χέρια μας νοικοκυριό και σόχωρο, Πατρίδα κι Αθρωπιά,
Κληρονομιά και Δόξα” (11).
Ετσι έλεγε κι έτσι έγραψε ο μακαριστός άγιος παππούς της Εκκλησίας Κρήτης Ειρηναίος Γαλανάκης., πάντοτε!
Ετσι νοιώθουμε κ’ εμείς την Κρήτη μας μέσα κι από το μεγαλείο του ριζίτικου τραγουδιού της!


1. Αιλιανού: “Ποικίλη στοά” δες και: Ν. Καβρουλάκη: “Οι ρίζες των ριζίτικων τραγουδιών” Αθήνα, 1967, σελ. 5.
2. Ακαδημίας Αθηνών: “Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια – Εκλογή”, τομ. Α’ Αθήναι, 1962, σχ. 8ο, μέγα, σ. 179 και Σταμ. Α. Αποστολάκης: “Ριζίτικα. Τα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης”, Χανιά 2010, Β’ έκδ., σ. 36 + 572, σ. 126
3.
Οπ. παραπάνω, σελ. 180 και Σταμ. Αποστολάκης: Οπ. παραπάνω, σ. 114.
4
. Ιδομ. Ι. Παπαγρηγοράκης: “Τα Κρητικά ριζίτικα τραγούδια” τομ. Α’ Χανιά, 1957, σχ. 8ο, σελ. 309, και Στ. Α. Αποστολάκης: Οπ. παραπάνω, σ. 127.
5. Ιδομ. Ι. Παπαγρηγοράκης: “Τα Κρητικά ριζίτικα τραγούδια” τομ. Α’ Χανιά, 1957, σχ. 8ο, σελ. 281 και Στ. Α. Αποστολάκης: Οπ. παραπάνω, σ. 134.
6.
Θεοχ. Δετοράκης: “Ανέκδοτα Δημ. Τραγούδια της Κρήτης”, Ηράκλειο, 1976, σελ. 44 και Στ. Α. Αποστολάκης: Οπ. παραπάνω, σ. 133 και Παπαγρηγοράκης, σ. 179
7. Παντ. Π. Βαβουλές: “Ο Κρητικός τραγουδιστής”, Χανιά, 1950, σχ. 8ο, σελ. 223 και Παπαγρηγοράκης, σελ. 38 και Σταμ. Α. Αποστολάκης, Οπ. παραπάνω, σ. 132.
8. Ιδομ. Ι. Παπαγρηγοράκης: σελ. 150 και Στ. Α. Αποστολάκης. Οπ. παρ. σ. 132
9. Συλλογή: Ιδ. Παπαγρηγοράκη, σελ. 212 – Περιοδικό: “Κρητική Εστία” τ. 51, εξώφυλλο και Σταμ. Α. Αποστολάκης: Οπ. Παραπάνω: σ. 129
10.
“Ανθολογία Λογ. κειμένων έπους 1940 – 1941”, Επιμε. Π. Παναγιωτούνη – Π. Ναθαναήλ, μελέτη Ι. Κουτσοχέρα: “Η μάχη της Κρήτης”, σελ. 250 κ.ε.
11.
Μητροπολ. Ειρηναίου Γαλανάκη: “Ο Χριστός σημάδεψε την Κρήτη”, Αθήνα, 1969, σχ. 8ο, σσ. 1 – 136, σ. 127.







Πηγή
 haniotika-nea

Εισαγωγή-ιστορικό εκτέλεσης Βυζαντινός Αντίλαλος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου