Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Δροσουλίτες και Φραγκοκάστελο. Εκεί που ο θρύλος αγκαλιάζει την ιστορία


…Φυτρώνουν δάφνες. Πικρές, σαν το αίμα των θαμμένων ηρώων.

Όταν η ιστορία μετουσιώνεται σε θρύλο με άρμα την υπέρβαση του ανθρώπου απο τη φύση του, εκεί που η αρετή γίνεται υπέρτατη αξία, και οι άνθρωποι γίνονται γίγαντες, ο χρόνος σταματά το ρολόι του και οι θεοί σκύβουν μπροστά στο μεγαλείο τους δίνοντας τους δώρο, την αιωνιότητα.
Και οι τόποι γίνονται ιερά προσκυνήματα των επόμενων γενιών, φορέων βαριάς κληρονομιάς αλλά και θαυμαστών διηγημάτων ήθους και ανδρείας, που μεταφέρονται απο τη μια γενιά στην άλλη αγκαλιάζοντας όλη την οικουμένη, μέχρι να ακουμπήσουν τη σφαίρα του θρύλου και της λαικής παράδοσης και να πετρώσουν το χρόνο, όπως ο ΔιγενήςΑκρίτας, ο Πορφύρης, ο Τρεμαντάχειλος ο γιος του Ανδρόνικου και τόσοι άλλοι.

Ένας τέτοιος τόπος είναι το Φραγκοκάστελο στα Σφακιά, στην παραλία του Λυβικού, εκεί που η απεραντοσύνη της ιστορίας, φλερτάρει με το νωχελικό κύμα της, τη νύμφη Κρήτη τη γοργόνα του αρχιπελάγου και τους ήρωες της.
Το κάστρο χτίστηκε από τους Ενετούς το 1374 για να τους προστατεύει από τις επαναστάσεις των Σφακιανών, που έχοντας τότε επικεφαλής τους έξι αδελφούς Πατσούς, παρενοχλούσαν συνεχώς τους κατακτητές. Οι Ενετοί παρέσυραν και εξόντωσαν με προδοσία, κατά την παράδοση, τα έξι αδέλφια, ενώ για να κερδίσουν χρόνο, χρησιμοποίησαν για την ανέγερση του φρουρίου τις έτοιμες λαξευμένες πέτρες από τη διπλανή ερειπωμένη αρχαία πόλη Νικήτα.

Στο χώρο της παλιάς πόλης σώζεται το εκκλησάκι του Αγίου Νικήτα όπου τελούνται ακόμη κάθε 15 Σεπτέμβρη (εορτή του Αγίου) αθλητικοί αγώνες, ονομαστοί σ’ όλη την Κρήτη και υμνημένοι από τη δημοτική μας μούσα. Το φρούριο αποκλήθηκε αρχικά «καστέλο του Αγίου Νικήτα», αλλά οι Σφακιανοί,
χρησιμοποίησαν το όνομα «Φραγκοκάστελο», που τελικά επικράτησε ακόμη και μεταξύ των Ενετών (Castel franco). Παρά τη στρατηγική του σημασία και παρά τις ανακαινίσεις ή επισκευές που του έγιναν (π.χ. το 1593-7 από το Γενικό Προβλεπτή Nicolo Dona), το φρούριο δεν φαίνεται να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα ιστορία, ίσως, δε και να εγκαταλείφθηκε κατά το τέλος της Ενετοκρατίας(1669).
Στο Φραγκοκάστελο εγκατέστησαν οι Τούρκοι το στρατηγείο τους κατά την τελευταία φάση της επανάστασης του Σφακιανού οπλαρχηγού Δασκαλογιάννη και εκεί τον οδήγησαν όταν αυτός αποφάσισε να παραδοθεί για να εξασφαλίσει, την ελευθερία της ιδιαίτερης πατρίδας του, το 1770.
Η σημερινή μορφή του Κάστρου δεν διαφέρει πολύ από την αρχική του. Αποτελείται από τέσσερις τετράγωνους πύργους, που συνδέονται μεταξύ τους με τείχος, σχηματίζοντας ένα ορθογώνιο φρούριο. Υπάρχει μια μικρή, τοξωτή είσοδος στην ανατολική πλευρά, ενώ η κύρια πύλη, στα νότια, είναι διακοσμημένη με σκαλιστά οικόσημα των ευγενών οικογενειών. Πάνω από την είσοδο βρίσκεται το φτερωτό λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, το έμβλημα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Ο νοτιοδυτικός πύργος είναι μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους. Ήταν ο πιο σημαντικός επειδή ήταν η τελευταία θέση της άμυνας, εάν το κάστρο πολιορκούνταν και επειδή προστάτευε την κύρια πύλη. Κατά μήκος του εσωτερικού των τοίχων υπάρχουν ορθογώνια κτίρια, τα οποία χρησίμευαν ως στάβλοι, αποθήκες, στρατώνες κα.
Το 1828 ο Μουσταφά πασάς πολιόρκησε τον Χατζήμιχάλη Νταλιάνη με τα
παλικάρια του σε μια φονική Μάχη, που ο απόηχος της έρχεται μέχρι τις μέρες μας, φέρνοντας μας μαζί με τη σκόνη του χρόνου από την παραλία του Λυβικού της εποχής εκείνης, τις σκιές των πολεμιστών του Νταλιάνη, να χαίρονται την αιωνιότητα τους και να πολεμούν ακόμα τους κατακτητές με τα σπαθιά τους να λαμπυρίζουν κάτω από τις πρώτες ακτίνες του ήλιου, πριν χαθούν μέσα στα βαθυκόκκινα χρώματα της ανατολής.
Ακόμη και σήμερα, οι ντόπιοι έχουν να διηγούνται με περισσή υπερηφάνεια στον επισκέπτη της περιοχής, με τη συντροφιά της τσικουδιάς και του οφτού μεζέ από τα “φουριάρικα”, ιστορίες και θρύλους ηρωισμού που παρέλαβαν από τους γεροντότερους και μιλάνε για τη θυσία των ηρώων εκείνης της εποχής και τις σκιές τους τους Δροσουλίτες, που βλέπουν κάθε χρόνο κοντά στις 17 του Μάη, ημέρα της μεγάλης μάχης.
Το όνομα Δροσουλίτες, τους το έδωσαν οι κάτοικοι της περιοχής, επειδή εμφανίζονται με το πρώτο φως της ημέρας που είναι η δροσούλα(υγρασία) ακόμα στην ατμόσφαιρα και χάνονται με το φως των πρώτων ακτίνων του ήλιου.

Ας πάρομε όμως τα πράγματα από την αρχή και ας τοποθετήσομε τα γεγονότα στη σωστή ιστορική τους διάσταση μέσα στο χρόνο, εξιστορώντας το πριν και το μετά της ηρωικής αυτής θυσίας.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΕΣ
(Από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τομος ΙΒ σελ.491-494)

Στις 5 Γενάρη του 1828, ο Ηπειρώτης Χατζημιχάλης Νταλιάνης αρχηγός μέχρι τότε του άτακτου ιππικού, δέχτηκε τη θέση του οπλαρχηγού στον αγώνα της Κρήτης, από τον εκπρόσωπο του νησιού στην Αίγινα Εμμ.Αντωννιάδη, μετα από πρόταση του Άγγλου στρατηγού Τσώρτς, αρχηγού του στρατού της Δ. Ελλάδας.
Αποβιβάστηκε στη Γραμβούσα με σώμα πεζών και 100 ιππέων, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Μετά από πρόταση του, ορίστηκε ορμητήριο του αγώνα η περιοχή των Σφακίων.
Μετά από επίσκεψη του Γ. Καλέργη και του Κ. Κριτοβουλίδη(του ιστορικού των Κρητικών επεναστάσεων), ο Καποδίστριας διέταξε να σταλούν στην Κρήτη πολεμοφόδια, τρόφιμα και επικουρικός στρατός. Τέλη Μαρτίου, διέταξε τον αντιναύαρχο Σαχτούρη, να πληροφορηθεί τη στρατιωτική κατάσταση στο στρατόπεδο του Νταλιάνη, τις πολεμικές και άλλες ανάγκες και κυρίως τη δυνατότητα συνέχισης του αγώνα στην Κρήτη.
Εν τω μεταξύ, ο πασάς της Κυδωνίας Αλβανός Μουσταφά, γενικός διοικητής του νησιού, πληροφορούμενος τη συγκέντρωση ξένων ενόπλων στα Σφακιά, στέλνει δυο σώματα στις θέσεις Κουσελιανά και Ζουρίδι, ενώ ο ίδιος στρατοπεδεύει στις Βρύσες Αποκορώνου, διαμηνύοντας προς τον ντόπιο πληθυσμό να μείνει αμέτοχος στις στασιαστικές κινήσεις. Τα Σφακιά βρέθηκαν πολιορκημένα αδυνατώντας να συντηρήσουν τους 900 ένοπλους και τους 80 ίππους που είχαν συγκεντρωθεί εκεί. Εκκλήσεις στο Κρητικό συμβούλιο της Γραμβούσας για βοήθεια, έμεναν αναπάντητες και προχώρησαν στην κατάργηση της Επιμελητικής Επιτροπής, συστήνοντας τη Διευθυντική Επιτροπή των Σφακίων, που ανέλαβε τη διεύθυνση του αγώνα.
Αρχές Μαρτίου αναχωρεί ο Χατζημιχάλης από τη Γραμβούσα για τα Σφακιά. Σε λίγο έφτασε και ο Ι. Χάλης με Γραμβουσιανούς ενόπλους.
Και οι δυο αρχηγοί βρέθηκαν σύντομα μπροστά στο πρόβλημα της έλλειψης τροφίμων, παρά τις συγκηνιτικές προσφορές των Σφακιανών σε χρήματα και τροφές, από τα λιγοστά που διέθεταν. Οι προσπάθειες των Σφακιανών να ξεσηκώσουν τις υπόλοιπες επαρχίες απέτυχαν καθώς είχαν προηγηθεί οι απειλητικές προειδοποιήσεις του Μουσταφά κι οι Σφακιανοί έμειναν πάλι μόνοι στην αντιμετώπιση του πολυάριθμου εχθρικού στρατού.
Στις 8 Μαίου, μικρό τμήμα πεζών και ιππικού υπό τους Χατζημιχάλη, Μανουσέλη, Μανουσογιαννάκη και Δεληγιαννάκη, μετά από άρνηση των Ριζιτών να χτυπήσουν το Μουσταφά όταν θα περνούσε από την περιοχή τους, επιτέθηκε στον Αποκόρωνα ενεντίον τμήματος Ρεθυμνιωτών Τούρκων που πήγαιναν να ενωθούν με το σώμα του Μουσταφά. Σκότωσαν 40 άντρες και αιχμαλώτισαν πολλούς, ανάμεσα τους τον Ικιτζή αγά του Ρεθύμνου. Πήραν μαζί τους και 6.000 ζώα.
Εξοργισμένος ο Μουσταφά πασάς, στέλνει επιστολή στο Νταλιάνη, δίνοντας του 10 ημέρες διορία για να εγκαταλείψει το νησί.
Η απάντηση του Χατζημιχάλη όπως μνημονεύεται από τον Παπαδοπετράκη, ήταν:¨Μουσταφά ! Ήρθα εις την Κρήτη να πολεμίσω Τούρκους με τα παλληκάρια μου και όπου θέλει ο Θεός ας δώσει τη νίκη¨.
Ο Μουσταφά συγκέντρωσε όλο το στρατό του στις Βρύσες Αποκορώνου και έστειλε με εκπρόσωπο του επιστολή στους Καπεταναίους των Σφακιών, για να τους ανακοινώσει ότι θα χτυπήσει τον “αποστάτη” Χατζημιχάλη και τους “ενοχλητικούς ξένους” και να τους συστήσει να μείνουν ήσυχοι για να απολαύσουν τα ευεργετικά προνόμια που θα τους παραχωρούσε.
Ο Χατζημιχάλης είχε καταλάβει το οχυρό Ενετικό κάστρο του Φραγκοκάστελου στις ακτές του Λυβικού, κοντά στη Λάμπη.
Οι Σφακιανοί κατασκεύασαν τότε τρείς λιθόχτιστους προμαχώνες μπροστά από το φρούριο σε αρκετή απόσταση από αυτό και μεταξύ τους, στις θέσεις Κουτσουνάρα, Αγ. Νικήτας και του Χαλκιά τη βρύση.
Πρότειναν στο Χατζημιχάλη να αφήσει στο φρούριο 100 άντρες με πολεμοφόδια και τρόφιμα για πολλές μέρες και ο ίδιος με τους υπόλοιπους άντρες του να στρατοπεδεύσει μαζί τους κοντά στα Κολοκάσια, απ όπου θα χτυπούσαν το Μουσταφά καθώς θα επιχειρούσε να επιτεθεί στο Φραγκοκάστελο.
Ο Χατζημιχάλης αρνήθηκε το σχέδιο των Σφακιανών, που αν εφαρμοζόταν, θα οδηγούσε σε κύκλωση του εχθρού και σε επιτυχία.
Οι Σφακιανοί άλλωστε όπως υποστήριζαν, αν έμεναν να αντιμετωπίσουν τον εχθρό στην πεδιάδα, ασυνήθιστοι να πολεμούν με άλογα, δεν θα μπορούσαν να προσφέρουν καμιά βοήθεια. Ο Χατζημιχάλης θεωρώντας τους δειλούς, απάντησε περιφρονητικά. “Λοιπόν, φυλάγετε τους από τα όρη σας για να μη φύγουν κι αφέτε εμάς εδώ κάτω και κοιτάζετε να μας βλέπετε πως πολεμούμε εμείς”.
Έτσι έμεινε στο Φραγκοκάστελο με 530 πεζούς και 70 ιππείς, ενώ οι 37 Γραμβουσιανοί και οι 50 άλλοι Κρητικοί υπο τους Τσουδερό, Μανουσέλη, Παπαδογιάννη και Δεληγιαννάκη, οχυρώθηκαν στο ορεινό χωριό Πατσιανός.

Η μάχη και ο θάνατος του Χατζημιχάλη
Στις 13 Μαίου ο Μουσταφά επικεφαλής 8.000 πεζών κατά τον Παπαδοπετράκη,(4.000 κατά τον Κριτοβουλίδη) και 300 ιππείς προχώρησε προς τα Ασκύφου. Την επόμενη διανυκτέρευσε στον Καλλικράτη και στις 15 Μαίου το πρωί έφτασε κοντά στις Ελληνικές θέσεις στο χωριό Καψοδάσος. Παρά το ότι η οπισθοφυλακή του δέχτηκε επίθεση από τους Καλλικρατινούς, ο Μουσταφά δεν αντέδρασε εναντίον τους θέλοντας να πετύχει αδράνεια των Σφακιανών.
Στις 18 Μαίου τα χαράματα, ο Μουσταφά χώρισε το στρατό του σε τρείς φάλαγγες και κινήθηκε εναντίον του Φραγκοκάστελου. Όταν πληροφορήθηκε πως στον Πατσιανό οι Κρητικοί οπλαρχηγοί είχαν πάρει θέσεις μάχης και οι Τσουδερός και Παπαδογιάννης είχαν καταλάβει το Καψοδάσος μετα την αποχώρηση του από εκεί, άφησε 3.000 άντρες για να αποκρούσουν πιθανή επίθεση στα νώτα του στρατού του.

Η μεσαία φάλαγγα με το τουρκικό ιππικό και επικεφαλής τον ίδιο, κατευθύνθηκε προς το δυτικό προμαχώνα. Οι Έλληνες ξόδεψαν χωρίς φειδώ τα πυρομαχικά τους στην απόκρουση της πρώτης επίθεσης του εχθρού. Τότε οι Τούρκοι όρμησαν εναντίον τους με τα ξίφη, κατέλαβαν τον προμαχώνα και κατέσφαξαν σχεδόν όλους τους υπερασπιστές του και τον αρχηγό τους υπασπιστή του Χατζημιχάλη Κυριακούλη Αργυροκαστρίτη. Περικύκλωσαν μετά το φρούριο, αφήνοντας έξω από τον κλοιό τους άλλους δυο προμαχώνες, αφαιρώντας τους έτσι τη δυνατότητα επικοινωνίας με τους πολιορκημένους. Οι οχυρωμένοι σ αυτούς εγκατέλειψαν τις θέσεις τους για να μπούν στο  φρούριο, αλλά οι περισσότεροι βρήκαν το θάνατο μπροστά στις πύλες του.
Μεταξύ αυτών που απεγνωσμένα προσπαθούσαν να μπούν στο φρούριο, ήταν και ο ίδιος ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης, που βρίσκοντας την κυρία πύλη κλειστή από το σωρό των σκοτωμένων, προσπάθησε να μπεί από κάποια άλλη. Βρέθηκε περικυκλωμένος όμως από πολλούς εχθρούς που τον αναγνώρισαν και όρμησαν εναντίον του.
Αντιστάθηκε ως “λέων”, αλλά το σπαθί του κάποτε έσπασε και σκοτώθηκε το άλογο του. Οι εχθροί έπεσαν με μανία επάνω του και τον κατακρεούργησαν. Το κεφάλι του το έφεραν στο Μουσταφά, που όμως αντί να τους συγχαρεί, τους επέπληξε διότι δεν πέτυχαν να τον αιχμαλωτίσουν ζωντανό.
Ο Αρβανίτης Μουσταφά, θεωρούσε τον Ηπειρώτη Χατζημιχάλη συμπατριώτη του.
Στη λαική παράδοση η ήττα του Φραγκοκάστελου έχει συνδυαστεί με τους Δροσουλίτες, ένα οπτικό φαινόμενο κατά το οποίο, στα τέλη Μαίου δημιουργεί σκιές που μοιάζουν με ανθρώπους.
Οι Δροσουλίτες είναι για τους Κρητικούς οι σκοτωμένοι του Φραγκοκάστελου. (εδώ θα πούμε εμείς σαν ιστολόγιο, ότι η επιστήμη παρά τις συνεχόμενες επισκέψεις και έρευνες, ακόμα βρίσκεται σε διάσταση απόψεων αλληλοσυγκρουόμενων μεταξύ τους για το φαινόμενο).

Συνθηκολόγηση και έξοδος
Η ήττα και ο θάνατος του Χατζημιχάλη Νταλιάνη κατέθλιψε τους πολιορκημένους που έβλεπαν και τους εχθρούς να κινούνται απειλητικά κατά των πυλών του κάστρου. Δεν μπόρεσαν όμως να τις πλησιάσουν, γιατί ο άριστος σκοπευτής Δεληγιαννάκης που με 60 συντρόφους είχα μπεί πριν την επίθεση του Μουσταφά, τους προξένησε μεγάλες απώλειες και τους κρατούσε σε απόσταση.
800 Τούρκοι σκοτώθηκαν στη επίθεση, οι δε απώλειες των Ελλήνων ήταν συνολικά 338 νεκροί. Ο θάνατος του Χατζημιχάλη και των συντρόφων του επηρέασε και τους οχυρωμένους στον Πατσιανό και στο Καψοδάσος Σφακιανούς, που πολεμούσαν το εκεί τουρκικό σώμα. Αποφάσισαν να χτυπήσουν τον εχθρό κατά την αποχώρηση του κι έτσι να πάρουν εκδίκηση.
Οι πολιορκημένοι στο Φραγκοκάστελο δέχονταν νύχτα και μέρα τα πυρά του εχθρού, τα τρόφιμα και το νερό είχαν εξαντληθεί και καμία ελπίδα ενίσχυσης δεν φαινόταν. Παρ όλα αυτά αρνήθηκαν τους βαρείς όρους συνθηκολόγησης του Μουσταφά, να παραδόσουν τα όπλα τους και όσους Κρητικούς βρίσκονταν μέσα στο φρούριο.
Από την απελπιστική κατάσταση τους έβγαλε τότε ο γεναίος Σφακιανός Διλινδάς, που κατόρθωσε να διαφύγει νύχτα από το κάστρο και κολυμπώντας να φτάσει στο στρατόπεδο των Σφακιανών. Από εκεί πήγε στο Λουτρό και με πλοιάριο έφτασε στην ακτή του Φραγκοκάστελου, απ όπου φωνάζοντας, παρότρυνε τους Έλληνες να υπομείνουν, γιατί καταφτάνει πολυάριθμος στρατός για βοήθεια.
Ήταν ένα τέχνασμα του ευφυέστατου αυτού Κρητικού, που γρήγορα έφερε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Ο Μουσταφά ανησύχησε και δέχτηκε στις 24 Μαίου να αφήσει τους πολιρκημένους να εγκαταλείψουν ανενόχλητοι το φρούριο. Αμέσως μετά, κατέστρεψε τους δυο προς την ξηρά προμαχώνες και ανεχώρησε προς το Θυμέ.

Η Επίθεση των Σφακιανών και η πανωλεθρία των Τούρκων
Στις 29 του Μάη ο Μουσταφά αφού συνέστησε και πάλι με επιστολή του στους Σφακιανούς να μείνουν ήσυχοι, πήρε το δρόμο της επιστροφής προς την Κυδωνία.
Εκείνοι όμως, σε συνενόηση με τους Ριζίτες, είχαν καταλάβει θέσεις ώστε να περικυκλώσουν τον εχθρικό στρατό και να πάρουν εκδίκηση για την ήττα του Χατζημιχάλη στο Φραγκοκάστελο.
Η πρώτη σύγκρουση έγινε στο χωριό Ακασταρέ. Οι 400 κατά τον Παπαδοπετράκη και 1.200 κατά τον Κριτοβουλίδη Σφακιανοί που βρισκόταν εκεί, πιεζόμενοι από τον πολυάριθμο εχθρικό στρατό άρχισαν να υποχωρούν μαχόμενοι προς το βουνό Αγριμοκεφάλα και παράλληλα έβαζαν φωτιές στην πυκνόφυτη περιοχή. Ο δυνατός αέρας μεγάλωνε τη φωτιά και προξένησε μεγάλες καταστροφές στον εχθρό, καίγοντας πολλούς άντρες και ζώα. Συγχρόνως, οι Σφακιανοί χτυπούσαν τον εχθρικό στρατό από τα νώτα. Και την επομένη όμως όταν ο Μουσταφά έφτανε στην Πολύρριζο, οι Κρητικοί βρέθηκαν μπροστά του, στην κοιλάδα του Κοράκου. Τότε οι Τούρκοι για να σωθούν, εγκατέλειψαν ξαφνικά όλα τα τρόφιμα, τα ζώα και ότι άλλο μετέφεραν. Αυτό κράτησε τους Έλληνες απασχολημένους κι έτσι μπόρεσαν και προχώρησαν. Οι Σφακιανοί όμωως πρόλαβαν την οπισθοφυλακή στον Αγ. Αντώνιο και άρχισαν να την αποδεκατίζουν.
Ο Μουσταφά μόλις πρόλαβε να διαφύγει. Οι Σφακιανοί συνέχισαν την καταδίωξη, αλλά όταν αντιλήφθηκαν ότι ο Τσουδερός και οι άντρες του είχαν εγκαταλείψει τη θέση Χάλαρα του Πευκιά από όπου θα χτυπούσαν την εμπροσθοφυλακή του εχθρού και έτσι θα εξολοθρευόταν, σταμάτησαν και επέστρεψαν στα ορεινά τους καταφύγια.
Από τις 13 έως τις 30 Μαίου, Ο Μουσταφά έχασε 2.727 άντρες κατά τον Παπαδοπετράκη, κατά τον Κριτιβουλίδη 1.700. Από αυτούς οι 1.902 σκοτώθηκαν κατά την πορεία τους από την Ακασταρέ. Οι Σφακιανοί στο ίδιο διάστημα έχασαν μόνο 6 άντρες.
Ο Άγγλος μοίραρχος Σταίηνς μετά από λίγες μέρες επισκέφτηκε το Φραγκοκάστελο, τον Κόρακα και τις υπόλοιπες θέσεις, από τις οποίες οι ολιγάριθμοι Σφακιανοί προξένησαν τόση φθορά στο στρατό του Μουσταφά.
Κατάπληκτος από τα κατορθώματα τους, πήρε μαζί του δυο Κρητικούς και τους μετέφερε στον Πόρο όπου τους παρουσίασε στον Καποδίστρια. Του περίγραψε με συγκίνηση τα κατορθώματα των γεναίων συμπατριωτών τους.
“Και τον Κρητικόν Αγώνα συνιστά σπουδαίως εις την άμεσον του Κυβερνήτου πρόνοια” γράφει ο Παπαδοπετράκης.
Ο Κυβερνήτης αντιπαρέθεσε τότε όσες πληροφορίες είχε για αρπαγές και λεηλασίες, κατηγόρησε μάλιστα τους Σφακιανούς ως απόλεμους.
Ο Σταίηνς όμως του εξήγησε πως όλα είναι συκοφαντίες που ήταν αποτέλεσμα της διχόνοιας και της αντιδικίας των Κρητικών.
“Είπε δε εν τέλει ο Κυβερνήτης ότι εις το εξης θα φροντίζει οίον τε υπέρ της Κρήτης”.

Και πέρασαν από τότε 84 ολόκληρα χρόνια, με ποταμούς αιμάτων και αγώνων των Κρητικών ανα δεκαετία περίπου, για την πολυπόθητη ελευθερία και Ένωση με τη μητέρα Ελλάδα το 1913. Αλλα αυτό, είναι άλλου άρθρου θέμα.






Τα βίντεο μας έστειλε ο καλός μας φίλος το aeriko που το ευχαριστούμε από καρδιάς




Βυζαντινός Αντίλαλος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου