Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Το έθιμο του Κλήδονα απο την αρχαιότητα ως σήμερα

Η γιορτή του Κλήδονα είναι μια από τις αρχαιότερες εκφράσεις του παραδοσιακού πολιτισμού της ελληνικής υπαίθρου. Kατάγεται από τις τελετουργίες καθαρμού και μαντείας της αρχαίας Ελλάδας και βασίζεται στην πίστη για τη μαγική δύναμη του λόγου, δηλ. ότι ο λόγος μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη των πραγμάτων:

Στο πλαίσιο μιας μαγικοθρησκευτικής τελετουργίας, τα σημαινόμενα του εκφωνούμενου λόγου μπορούν να γίνουν πράξη.
  Ειδικότερα, η λέξη κλήδονας μαρτυρείται από την αρχαϊκή εποχή (8ος – 7ος αιώνας π.Χ.), στα έπη του Ομήρου και του Ησιόδου, με τους τύπους κληδώνκληηδώνκλεηδώνκληδόνα, που η αρχική τους σημασία είναι φωνή, φήμη, θεϊκός λόγος, προφητεία.

Για την πίστη στη μαγική δύναμη του λόγου και τις συναφείς τελετουργίες σώζονται μαρτυρίες από τους αρχαίους συγγραφείς, τον Ησίοδο [Έργα και Ημέραι, 763-764], τον Πλούταρχο [Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 356 Ε], τον Αιλιανό [Περί ζώων ιδιότητος, 11],  τον Δίωνα Χρυσόστομο [Λόγοι, 32, 364 D], ενώ η σχέση του λόγου με τα πράγματα ως φιλοσοφικό  (και γλωσσολογικό) πρόβλημα αποτέλεσε αντικείμενο των πλατωνικών διαλόγων.
 Στη νεοελληνική εκδοχή του, το έθιμο του κλήδονα συνδέεται με την εορτή των γενεθλίων του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 24 Ιουνίου. Τη σύνδεση του προχριστιανικού εθίμου με τη χριστιανική γιορτή ο λαός αιτιολογεί συσχετίζοντας ένα στοιχείο της τελετουργίας του κλήδονα, το “αμίλητο νερό”, με ένα στοιχείο της βιογραφίας του Αγίου, που παρουσιάζει μια επιφανειακή αντιστοιχία με το “αμίλητο νερό”: το στόμα του πατέρα του, του Ζαχαρία, ήταν - σύμφωνα με τις Γραφές - κλειδωμένο ως την ημέρα που γεννήθηκε ο  Άη-Γιάννης,  οπότε το στόμα του Ζαχαρία “ξεκλείδωσε” και άρχισε να μιλεί.
Η γιορτή της 24ης Ιουνίου ξεχωρίζει από τη γιορτή της 29ης Αυγούστου (που αναφέρεται στον αποκεφαλισμό του Αγίου και είναι γνωστή ως εορτή του Άη-Γιάννη του Προδρόμου) με την καθιέρωση διαφορετικών προσωνυμίων. Τον Ιούνιο έχομε τη γιορτή τ' Αή-Γιαννιού [Αγί' Αννιού] του Κλήδονα ή τ' Άη- Γιάννη του Φανιστή, από τη μαντική λειτουργία των σχετικών εθίμων και από την ιδιότητα του Αγίου να φανερώνει τα μελλούμενα.
Λέγεται ακόμη τ' Αη-Γιάννη του Ριγολόγου, γιατί σε παλιότερες εποχές την περίοδο αυτή θέριζε η ελονοσία (ο “ρίγος”). Λέγεται πως όποιος δεν τηρούσε τη νηστεία την ημέρα της γιορτής του Αγίου, “τον έπιανε ρίγος”.
   Η μαντική ιδιότητα του Άη-Γιάννη “ενεργοποιείται” με μια σειρά “δρώμενα”, που διαρκούν από την παραμονή, 23 Ιουνίου, ως την ημέρα της εορτής, 24 Ιουνίου.

   Στις 23 Ιουνίου, παραμονή τ' Αη-Γιαννιού, με το ηλιοβασίλεμα, ανάβουν φωτιές στα σοκάκια και τις πλατείες των χωριών, τις αφουνάρες ή φουνάρες, όπως τις λέμε στην Κρήτη (φανούς ή αφανούς τις ονομάζουν σε άλλα μέρη της Ελλάδας), στις οποίες, κατά παράδοση, καίνε τα στεφάνια του Μάη.  Άντρες και γυναίκες, κορίτσια και αγόρια πηδούν πάνω από τις φωτιές και φωνάζουν:

                              Να πηδήξω τη φωθιά, μη με πιάσει αρρωστιά,

 εκφώνημα που δείχνει τον καθαρτήριο χαρακτήρα του εθίμου.
   Το ίδιο βράδυ, της παραμονής τ' Άη- Γιάννη του Φανιστή, τα ανύπαντρα κορίτσια μαντεύονται, μέσα από την τελετουργία του Κληδόνου, το μέλλον τους, αν θα παντρευτούν αυτό το χρόνο, ποιον θα πάρουν, κλπ. Τα σχετικά δρώμενα πραγματοποιούνται σε δύο φάσεις:

  Η πρώτη φάση είναι το βράδυ της παραμονής: Μια ομάδα “απάρθενα κορίτσια”, που δεν έχουν μπει στο στάδιο της εμμηνόρρησης, ξεκινούν, με “κλειδωμένο” στόμα και με τα σταμνιά στον ώμο,  να πάνε να πάρουν από το πηγάδι ή τη βρύση του χωριού, το “αμίλητο νερό”. 
Προχωρούν τελετουργικά, γεμίζουν τα σταμνιά τους με νερό και τα φέρνουν και τ' αδειάζουν σε μια μεγάλη στάμνα. Εκεί στη συνέχεια βάζουν, μαζί με όλους τους συμμετέχοντες, τα κληδονικά ή ριζικάρια τους. Τα ανύπαντρα κορίτσια βάζουν ένα φρούτο της εποχής (μαγιάτικο μήλο, βερύκοκο, δαμάσκηνο, ροδάκινο, μπουρνέλα, κορόμηλο, κλπ), το οποίο σημαδεύουν για να είναι αναγνωρίσιμο. Οι παντρεμένες γυναίκες βάζουν κάτι από τα χρυσαφικά τους. Αφού βάλουν όλοι τα ριζικάρια τους, η στάμνα καλύπτεται με μια πετσέτα και “κλειδώνεται” με ένα μεγάλο κλειδί, που τοποθετείται από πάνω.
Στη συνέχεια η στάμνα μεταφέρεται στο ύπαιθρο, όπου μένει όλη τη νύχτα κάτω από τ' άστρα. 
Την επόμενη μέρα, ανήμερα  τ' Άη- Γιάννη, η γειτονιά συγκεντρώνεται γύρω από τη στάμνα κι ένα απάρθενο κοράσι “μανοκυρουδάτο”, με τ' όνομα Μαρία, ανοίγει τον κλήδονα, ενώ όλοι μαζί τραγουδούν μαντινάδες, με ένα απλό αφηγηματικό μέλος, αρχίζοντας ως εξής:
                            Ανοίξετε τον κλήδονα, στ' Αή Γιαννιού τη χάρη,
                            τση καλομοίρας το παιδί νά'ναι το ριζικάρι.


                          Ανοίξετε τον κλήδονα, στ' Αή Γιαννιού τη χάρη,
                          κι απού'χει μήλο κόκκινο ας έρθει να το πάρει.

                          Και πάλι ξανανοίξετε, να βγει και το δικό μου,
                          τση καλομοίρας το παιδί νά'ναι το ριζικό μου.
                  
Στη συνέχεια, το απάρθενο κοράσι βάνει το χέρι στη στάμνα και πιάνει ένα ριζικάρι και κάποιος λέει μια μαντική μαντινάδα. Η κόρη βγάνει το ριζικάρι και ότινος είναι σ' αυτόν ή αυτήν ανήκει η μαντινάδα. Αυτός πρέπει τώρα να πει την επόμενη μαντινάδα, για να βγει το δεύτερο ριζικάρι κι έτσι συνεχίζεται ώσπου να βγούν όλα τα κληδονικά.
Καθένας που είχε βάλει ριζικάρι μέσα στη στάμνα έχει και τη μαντική μαντινάδα του, που του παρέχει ενδείξεις για τη μελλοντική τύχη του. Έτσι τελειώνει ο πρώτος κύκλος και η κόρη που έχει την πρωτοβουλία καλεί όλους να ξαναβάλουν μέσα στη στάμνα το ριζικάρι τους, για ν' αρχίσει ο δεύτερος κύκλος και να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία, αλλά με τολμηρές, σατιρικές και αστείες μαντινάδες αυτή τη φορά.
Έτσι ανάβει σιγά σιγά το κέφι και με το τέλος του δεύτερου κύκλου μπαίνουν τα όργανα και αρχίζει το γλέντι και ο χορός.
 Για τις κοπελιές σπουδαίο μαντικό μέσο είναι και το κλειδόνερο, γι΄αυτό και το παίρνουν μετά τον Κλήδονα και κάνουν διάφορες μαντείες.
Ακόμη  το βράδυ του Κληδόνου βάζουν κάτω από το μαξιλάρι τους τα κληδονικά και τη νύχτα βλέπουν στον ύπνο τους τον άντρα που θα πάρουν.
Επίσης έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι τους τρία ξερά κουκιά, ένα ολόκληρο, ένα λίγο ξεφλουδισμένο και ένα εντελώς ξεφλουδισμένο. Το πρωί έβαζαν το χέρι, μόλις ξυπνούσαν, χωρίς να βλέπουν και όποιο έπιαναν τυχαία στο χέρι, συμβόλιζε τα οικονομικά του άντρα που θα έπαιρναν. Αν έπιαναν το ξεφλουδισμένο θα ήταν πολύ φτωχός. Αν έπιαναν το μισοξεφλουδισμένο, θα ήταν λιγότερο φτωχός. Αν έπιαναν το ολόκληρο, θα ήτανε πλούσιος....



Αυτά είναι τα μαντικά έθιμα του κλήδονα στην Κρήτη, τα οποία έχουν την αφετηρία τους στην ελληνική αρχαιότητα και διατηρήθηκαν σε πολλές περιοχές δύο και πλέον χιλιετίες, ως τις μέρες μας.

                                  ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ

Σα μάθει ο σκύλος γράμματα κι η όρθα να διαβάζει
τότε κι εσυ θα παντρευτείς να καμει ο κόσμος χάζι

Σισαμωτό  γαρύφαλο, σισαμωτό κουλούρι
Ετσά χαμε ένα γάιδαρο και του μοιαζε στη μούρη

Μπόλικα ψώματα γροικώ τη μέρα του Κληδόνου,
μα στη βουλή μας τα γροικώ ολοχρονίς του χρόνου.

Φέρτε τ’ αμίλητο νερό νεράιδες του Κληδόνου,
κι ας τάξουμε στη χάρη του ν’άρθουμε και του χρόνου.

Η μαντινάδα κι η πορδή δεν μοιάζουνε καθόλου
η μια 'ναι μήνυμα του νου κι η άλλη 'ναι του κώλου.

Η μαντινάδα τη δουλεία του τηλεγράφου κάνει
πέμπει ο νιος τα σήματα κι η κοπελιά τα πιάνει

Στην αγκαλιά μου φέρε τη Αι Γιάννη να σου τάξω
όλα τα ρίφια και τ' αρνιά στη χάρη σου να σφάξω

Κλήδονα, κόρη σου ζητώ απου να θέλει αφέντη,
τεχνίτρα και ακούραστη στου κρεβαθιού το γλέντι


Μες στο σταμνί του Κλήδονα δυο κερασάκια βάνω
να δω αν βγουν αληθινά τα όνειρα που κάνω

Έβαλα για τον Κλήδονα αγίνωτο νεράτζι
'πο μια νερατζολεμονιά πού 'χει την ομορφιά τζη

Με τ' όνομά τζη έβαλα μια βέρα στην κουρούπα
βαλ' τη Αι Γιάννη μου αν θες στην κοπελιά που σού 'πα

Τα αρχικά σου εσκάλισα εις το βερύκοκό μου
κι ανε ταιριάξεις αλλουνού θα σκάσω απ' το κακό μου

Όλο το...λάδι τσι χρονιάς Άι Γιάννη θα στο δώσω
αν μάθω την καρδούλα τζη πως θα την ξεκλειδώσω

Βγαίνει το μήλο τ' άρχοντα του πρώτου μας λεβέντη
του πρώτου μας ντεληκανή στα λούσα και στο γλέντι

Καθημερνώς τον Κλήδονα φαίνεται πως γιορτάζεις
πίνεις τ' αμίλητο νερό και λόγο δε μου βγάνεις

Ας πιει τ' αμίλητο νερό μα μένα μη μου δώσει
για να τση λέω σ' αγαπώ μέχρι να ξημερώσει

Σεβντά βαστώ, σεβντά πουλώ, σεβντάδες καμπανίζω
τον εδικό σου το σεβντά δεν τονε νταγιαντίζω. 

Σεβντά χεις κακορίζικο μα ήντα μπορώ να κάνω
απού τονε βαστώ κι εγώ στην κεφαλή μου απάνω.

Στον ουρανό κι αν ανεβείς στα σύννεφα κι αν τρέξεις
στου ήλιου την κορφή να βγεις στα χέρια μου θα πέσεις.

Οντε σε γέννα η μάνα σου ακούμπησε στη βρύση
κι ήκαμε να λεβέντη γυιό ωσάν το κυπαρίσι.

Με τση φωτιές του Αϊ-Γιαννιού είδα την ομορφιά σου, 
 κ' είπα να πέσω να καώ μέσα στην αγκαλιά σου.

Του Κλήδονα τα μυστικά κανείς δεν τα κατέχει,
μόνο τ' αμίλητο νερό που στο κουρούπι έχει











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου