Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ ΣΤΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΡΗΤΩΝ

Οι Γενικοί Διοικητές της Κρήτης, οι πολιτικές αντιπαλότητες.

Το Νοέμβριο του 1877 διορίστηκε από την Υψηλή Πύλη ως Γενικός Διοικητής της Κρήτης ο Κωστής Αδοσίδης πασάς, ήταν μάλιστα ο πρώτος που ήταν Χριστιανός και διαδέχθηκε τον τότε διοικητή Χασάν Σαμίχ πασά. Ο Αδοσίδης έδειξε ενδιαφέρον για την ισονομία και για μία φιλελεύθερη διοίκηση στο νησί.
Παρέμεινε σ` αυτήν τη θέση μέχρι τη σύνταξη της Σύμβασης της Χαλέπας. Στην Κωνσταντινούπολη το ίδιο χρονικό διάστημα είχε γίνει μια καταγγελία, πως ο Αδοσίδης προσπάθησε να επιβάλει ηγεμονία στο νησί, κάτω από την προστασία της Αγγλίας.

Η περίοδος 1878 – 1889 ήταν μια σχετικά ήρεμη περίοδος για το νησί, αφού δεν σημειώθηκε κάποια δυναμική επαναστατική δραστηριότητα. Με την υπογραφή της Σύμβασης της Χαλέπας τον Οκτώβριο του 1878 και μετά από πολλές συζητήσεις, ο ίδιος ο σουλτάνος ανέθεσε το αξίωμα του Γενικού Διοικητή της Κρήτης στον Αλέξανδρο Καραθεοδωρή. Μέχρι το 1889 πέρασαν πέντε Γενικοί Διοικητές, όλοι τους ήταν Χριστιανοί. Ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρής ήταν ο αντικαταστάτης του Κωστή Αδοσίδη, αλλά παρέμεινε μόνο για μικρό χρονικό διάστημα. Μετά από 2 - 3 εβδομάδες ως Γενικός Διοικητής, πήρε τη θέση του υπουργού των εξωτερικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο πρώην πρεσβευτής των Τούρκων στην Αθήνα Ιωάννης Φωτιάδης διορίστηκε στις 2 Ιανουαρίου του 1879 ως αντικαταστάτης του Καραθεοδωρή.
Παρέμεινε σ` αυτή τη θέση ως το Μάιο του 1885. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ιδρύθηκαν και λειτούργησαν πολλά σχολεία, δημιουργήθηκαν φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι και η δικαστική εξουσία άρχισε να οργανώνεται. Άρχισαν επίσης να εκδίδονται και ελληνικές εφημερίδες.
Η εφημερίδα της Γενικής Διοικήσεως «Κρήτη» υπήρχε ήδη από το 1867 και συνέχισε να εκδίδεται μέχρι το 1896. Στα Χανιά εμφανίστηκαν μεταξύ άλλων οι εφημερίδες «τα Άπτερα» (1880-1881), «τα Λευκά Όρη» (1881-1885), η «Άμυνα» (1885-1887) και άλλες. Στο Ηράκλειο κυκλοφόρησαν η «Μίνως» (1881-1889), η «Εβδομάς» (1885-1889) και άλλες. Ακόμα και στο Ρέθυμνο και στο Λασήθι εκδίδονταν εφημερίδες.

Στη διάρκεια της θητείας του Ιωάννη Φωτιάδη άρχισαν να εμφανίζονται πολιτικές διαμάχες μεταξύ των Χριστιανών. Ολόκληρη η Κρήτη χωρίστηκε σε δύο πολιτικά στρατόπεδα. Από τη

μία ήταν οι συντηρητικοί, που ο λαός τους ονόμαζε «καραβανάδες», επειδή κατείχαν τις κρατικές θέσεις και υπήρχε η φήμη πως απομυζούσαν το δημόσιο ταμείο. Από την άλλη ήταν οι «ξυπόλυτοι», που αντιπροσώπευαν τις φιλελεύθερες και προοδευτικές τάσεις εκείνης της εποχής. Παρόμοια διαίρεση είχαν και οι Μουσουλμάνοι του νησιού. Υπήρχε το κόμμα των αγάδων και το κόμμα των μπέηδων. Αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς, οι αγάδες υποστήριζαν τους συντηρητικούς και οι μπέηδες τους προοδευτικούς.
Στους συντηρητικούς άνηκαν μεταξύ άλλων ο Χατζη-Μιχάλης Γιάνναρης, ο Ν.Σταυράκης, ο Ι.Σφακιανάκης και άλλοι ισχυροί παράγοντες του νησιού. Στους φιλελεύθερους άνηκαν
ο δικηγόρος Κ.Μητσοτάκης, ο Κ.Μοάτσος, ο Αντ.Μιχελιδάκης. Αργότερα προσχώρησε στους φιλελεύθερους ο νεαρός Ελευθέριος Βενιζέλος, κάνοντας τότε τα πρώτα του βήματα στον πολιτικό στίβο.

Αυτές οι πολιτικές αντιπαλότητες δίχασαν τον κρητικό λαό που έφτασε σε πολλές ακρότητες, σε βανδαλισμούς και φόνους.

Το 1881 έγινε μια διεθνής σύσκεψη στην Κωνσταντινούπολη για τον καθορισμό των Ελληνοτουρκικών συνόρων. Στην Κρήτη έγινε μια κίνηση από τους Χριστιανούς, που ζήτησαν την Ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Οι Μουσουλμάνοι αντέδρασαν και διαμαρτυρήθηκαν στους πρόξενους των Μεγάλων Δυνάμεων ζητώντας να παραμείνουν τα πράγματα όπως είναι. Τελικά η Θεσσαλία τότε προσαρτήθηκε στην Ελλάδα, ενώ οι Κρητικοί για μία ακόμη φορά δεν κατάφεραν τίποτα.

Το 1885 η ένοπλη συγκέντρωση που ξεκίνησε ο Κ.Μητσοτάκης στα Μπουτσουνάρια Χανίων, η παραίτηση των δικαστών που ανήκαν στους «ξυπόλυτους», η αποχώρηση των βουλευτών από τη βουλή και η άρνηση του λαού να πληρώσει το φόρο της δεκάτης έδειξαν
στην Υψηλή Πύλη πως ο Φωτιάδης - που η ίδια η κρητική βουλή τον είχε αποκηρύξει - έπρεπε να παραιτηθεί.

Στις 22 Μαΐου 1885 διορίστηκε νέος Γενικός Διοικητής ο Ιωάννης Σάββας πασάς. Οι Χριστιανοί αντέδρασαν έντονα και αποδοκίμασαν αυτή την απόφαση της Κωνσταντινούπολης. Ο Ιωάννης Σάββας ήταν παλαιότερα διοικητής στο σαντζάκι Σφακίων (το 1866 με αγγαρείες των κατοίκων έφτιαξε στο Βάμο δρόμους, στρατώνες, ένα τζαμί, ένα σχολείο και ένα μεγαλοπρεπέστατο διοικητήριο), ήταν επίσης πολύ καλός γνώστης της τουρκικής γλώσσας και πολιτικής. Ήταν πρόσωπο αρεστό στο σουλτάνο και στους Μουσουλμάνους. Ο ίδιος παρέμενε Χριστιανός μόνο για λόγους σκοπιμότητας. Μόνο μετά από την παρέμβαση των πρόξενων των Μεγάλων Δυνάμεων που εγγυήθηκαν πως θα διοικούσε ορθά και «με πατρικήν διάθεσιν», μπόρεσε ο Ιωάννης Σάββας να ξεκινήσει την άσκηση των καθηκόντων του. Κατά τη διάρκεια της θητείας του έγινε το πραξικόπημα της Βουλγαρίας στην Ανατολική Ρωμυλία και αποκλείστηκαν τα λιμάνια της Ελλάδας, αλλά και της Κρήτης από το στόλο των Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Κρητικοί να σταματήσουν τα όποια επαναστατικά σχέδια είχαν.

Ο σουλτάνος βλέποντας πως ο Σάββας δυσκολευόταν να κρατήσει την τάξη στο νησί - ώστε να πραγματοποιεί έτσι τους σκοπούς των Τούρκων - τον αντικατέστησε στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1887 με τον Κωνσταντίνο Ανθόπουλο.
Ο Ανθόπουλος ασχολήθηκε περισσότερο με τα θέματα της δικαιοσύνης και της παιδείας. Δεν είχε όμως τόλμη και δύναμη στην πολιτική. Παρόλο που είχε προσωπικότητα «εξαιρετική», δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τις κομματικές αντιπαλότητες. Οι δολοφονίες και τα «φυλετικά πάθη» αυξάνονταν διαρκώς, τα ταξίδια στην ύπαιθρο δεν ήταν ασφαλή, η διεξαγωγή του εμπορίου δεν τα πήγαινε καλά. Η κατάσταση στην Κρήτη ήταν τεταμένη και ο Ανθόπουλος παραιτήθηκε τελικά το Μάιο του 1888.

Τη θέση του Ανθόπουλου πήρε ο Νικόλαος Σαρτίνσκης πασάς. Ο Σαρτίνσκης ήταν παλαιότερα διοικητής του σαντζακίου Σφακίων και είχε διαδεχθεί μάλιστα στη θέση αυτή τον Ιωάννη Σάββα. Οι Χριστιανοί τον δέχτηκαν «ευχαρίστως καί μέ αγάπην». Οι τοπικές αντιθέσεις και οι πολιτικοί ανταγωνισμοί για μία ακόμη φορά δεν άφησαν τον διοικητή να εκτελέσει ομαλά το έργο του.

Την άνοιξη του 1888 έγιναν εκλογές, τις οποίες κέρδισαν για πρώτη φορά μετά από μια δεκαετία οι «ξυπόλυτοι». Οι «καραβανάδες» ξεσηκώθηκαν από φόβο μην χάσουν την εξουσία τους. Κατηγόρησαν μάλιστα τον Σαρτίνσκη που δεν τους βοήθησε και «τρόμαζαν» στην περίπτωση που οι «ξυπόλυτοι» θα έδιωχναν τους δικούς τους ανθρώπους από τις δημόσιες θέσεις. Αποφάσισαν και συνέταξαν ολόκληρο σχέδιο δράσης, που θα το έθεταν σε εφαρμογή, στην περίπτωση που θα έχαναν τις εκλογές του 1889. Τον Μάρτιο του 1889 έγιναν οι δημοτικές εκλογές που κέρδισαν οι «ξυπόλυτοι». Τον Απρίλιο του 1889 έγιναν οι εκλογές για την ανάδειξη των αντιπροσώπων της Γενικής Συνέλευσης. Αναφέρεται μάλιστα πως αυτές οι εκλογές έγιναν μέσα σε όργιο νοθείας και παρανομίας. Οι «ξυπόλυτοι» θριάμβευσαν, αφού εξέλεξαν τα 2/3 των 49 χριστιανών αντιπροσώπων.
Οι «καραβανάδες» αντέδρασαν σ` αυτό το αποτέλεσμα με περίεργο τρόπο: στη συνεδρίαση της 6ης Μαΐου του 1889 πέντε μέλη των «καραβανάδων» υπέβαλαν ψήφισμα Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους περισσότερους βουλευτές.
Οι μουσουλμάνοι βουλευτές εξαγριώθηκαν. Ο Σαρτίνσκης, ως πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης, κατάφερε με δυσκολία να διελύσει τη συνεδρίαση και να εκδώσει ένταλμα σύλληψης των ηγετικών στελεχών των «καραβανάδων». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να στραφεί η τουρκική κυβέρνηση ενάντια στον Γενικό Διοικητή και οι «ξυπόλυτοι» έμειναν στη Γενική Συνέλευση χωρίς αντιπολίτευση.
Ο απλός λαός στο άκουσμα του ψηφίσματος και υποκινούμενος από μέλη των «καραβανάδων» που κατέφυγαν στα βουνά, παραμέρησε τις πολιτικές του διαφορές και κήρυξε την επανάσταση..

1878. Σύμβαση της Χαλέπας (Χάρτης της Χαλέπας).
Έγινε στη Χαλέπα, συνοικία των Χανίων στις 15 Οκτώβρη, μεταξύ της Οθωμανικής κυβέρνησης και της Επαναστατικής Συνέλευσης των Κρητών, προιόν της διεθνούς Συνθήκης του Βερολίνου που συνομολογήθηκε τρεις μήνες πριν, στις 13 Ιουλίου του 1878 στο Βερολίνο μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Ρωσίας, Ιταλίας αφενός, και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφετέρου, κατά την οποία η τελευταία υποχρεώνονταν να εισάγει «διοικητικές μεταρρυθμίσεις» σε όσες επαρχίες της Ευρωπαϊκής Τουρκίας υπήρχε ισχυρό χριστιανικό στοιχείο.

Με βάση την παραπάνω συνθήκη και με την μεσολάβηση της Αγγλίας, προκειμένου να επέλθει ειρήνευση στη Κρήτη, ένεκα της κρίσης που είχε ξεσπάσει από το 1875 και συνεχίζονταν, κατέφθασαν στη νήσο κατ΄ εντολή του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ ο στρατηγός Μουχτάρ Πασάς συνοδευόμενος από τον Σελίμ Εφέντη όπου σε συνεννόηση με τον διορισμένο τότε πρώτο Έλληνα Βαλή της Κρήτης Κωστάκη Αδοσίδη Πασά ήλθαν σε επαφή με τους εκπροσώπους της Επαναστατικής Συνέλευσης για την εξέταση της κατάστασης και τη συνομολόγηση σχετικής διμερούς συμφωνίας στο πνεύμα των επιβαλλομένων μεταρρυθμίσεων.

Έτσι στις 15 Οκτωβρίου του 1878 στην οικία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη δημοσιογράφου και πολιτικού (παππού του σύγχρονου πολιτικού) που βρίσκονταν στη συνοικία Χαλέπα των Χανίων συνομολογήθηκε η εν λόγω σύμβαση συνέχεια της οποίας εκδόθηκε τελικά νέο φιρμάνι με το οποίο εισαχθήκανε οι συμφωνημένες «μεταρρυθμίσεις» στον Οργανικό Νόμο του 1868. Τα σημαντικότερα, σημεία αυτών των μεταρρυθμίσεων ήταν:

1. Ο Γενικός Διοικητής (Βαλής) της Κρήτης θα διορίζεται για μια πενταετία, και αν μεν είναι Χριστιανός θα έχει Μουσουλμάνο σύμβουλο και αντίστροφα.
2. Στις δημόσιες θέσεις θα προτιμώνται Κρητικοί (Κρήτες), ενώ επίσημη γλώσσα των Συνελεύσεων και των Δικαστηρίων θα είναι η ελληνική.
3. Ένα μέρος των εσόδων από την Κρήτη θα προορίζονται για κοινωφελή έργα στη νήσο ενώ θα παρέχονται πρόσθετες φορολογικές διευκολύνσεις στους Κρήτες.
4. Οι Χριστιανοί θα έχουν μεγαλύτερο αριθμό Επάρχων από τους Μουσουλμάνους.
5. Την αστυνόμευση της Κρήτης θα αναλάβει νέο σώμα, η Κρητική Χωροφυλακή, που θα συγκροτούν Κρήτες.
6. Επιτρέπονταν η ίδρυση ελληνικών φιλολογικών συλλόγων, η λειτουργία ελληνικών τυπογραφείων, η έκδοση ελληνικών εφημερίδων κ.ά.
7. Τέλος παρέχονταν γενική αμνηστία σε όσους συμμετείχαν στην εξέγερση του 1878, ενώ επιτρέπονταν στους Κρήτες η οπλοφορία κατόπιν σχετικής αδείας.

Η Σύμβαση αυτή είχε μεγάλη ιστορική σημασία αφού με την συνομολόγηση και υπογραφή της η Κρήτη έγινε πλέον αυτόνομη πολιτεία. Η Σύμβαση αυτή αν και τερμάτιζε όλα τα επαναστατικά κινήματα που είχαν εκδηλωθεί από το 1868 και νεότερα και ειδικά της περιόδου 1875-1878, δεν τηρήθηκε απόλυτα με συνέπεια να ακολουθήσουν νεότερες εξεγέρσεις μέχρι την ίδρυση της Κρητικής Πολιτείας το 1896, με απώτερο σκοπό, την πολυπόθητη Ένωση με την Ελλάδα, που έγινε τελικά μέσα σε κλίμα πανηγυρισμών και εθνικής ανάτασης, με την έπαρση της ελληνικής σημαίας στο φρούριο Φιρκά των Χανίων από τον βασιλιά Κωνσταντίνο και το Βενιζέλο, την 1 Δεκεμβρίου 1913, αφού είχε προηγηθει στις 11 Μαίου η συνθήκη του Λονδίνου, με την λήξη του Βαλκανικού πολέμου.


Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1912 στην Ελλάδα κηρύχθηκε γενική επιστράτευση.
Στην (ανεξάρτητη από την Ελλάδα τότε) Κρήτη ενθουσιασμός κατέλαβε τους κατοίκους του νησιού, που ανεξάρτητα από επάγγελμα, ηλικία ή άλλες υποχρεώσεις, προσήλθαν και εντάχθηκαν στους εθελοντές αγωνιστές.


Οι προστάτιδες βέβαια δυνάμεις πρόβαλαν εμπόδια στην επιθυμία αυτή των Κρητικών, με το πρόσχημα ότι η Κρήτη δεν είχε ενωθεί με την Ελλάδα. Δεν μπορούσε συνεπώς να αποστείλει δυνάμεις προς υποστήριξη και ενίσχυσή της. Έδωκε μάλιστα εντολή στις φυλακίδες (πολεμικά), που ναυλοχούσαν στην Σούδα και το Ηράκλειο, να εμποδίσουν την αναχώρηση πλοίων για τη μεταφορά των εθελοντών στον Πειραιά. Στο διάστημα αυτό και μέχρι να συμφωνήσουν οι κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων στον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος που είχε προκύψει, εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία 1.000 Κρητικοί που με διάφορους τρόπους βρέθηκαν στον Πειραιά.

Γι’ αυτούς θα γράψει ο Παλαμάς:

Κι ήρθαν τα παλικάρια χίλια μύρια
ήρθαν από καλύβια και παλάτια
ήρθαν από σχολεία κι από εργαστήρια


Με τους Κρήτες που κατέφθαναν στην Αθήνα οργανώθηκε το πρώτο «Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών»,

Τη νύχτα της 14-15 Οκτωβρίου 1912 απέπλευσαν για την Ήπειρο και στις 16 έφτασαν στη Λευκάδα.

Οι εθελοντές αυτοί ανήκαν σε 77 κρητικά Σώματα με συνολικό αριθμό ανδρών 3.556.
   

Το σύνολο λοιπόν των Κρητικών που πήραν μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, έφτασε τους 6.556 (εθελοντές και στρατεύσιμοι). Το 10% της δύναμης του τότε ελληνικού στρατού αποτελούνταν από Κρήτες και ήταν η μεγαλύτερη αναλογία σε σύγκριση με κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας.

Ο "Κρητικός Ιερός Λόχος εθελοντών φοιτητών" αποτελείτο
από 250 σπουδαστές που εγκατέλειψαν τα θρανία για να πολεμήσουν.

Έλαβον μέρος απ’ αρχής μέχρι τέλους εις την γιγαντομαχίαν του ηπειρωτικού αγώνα. Διεδραμάτισαν κύριον ρόλον εις την μάχην των Πεστών κυριεύσαντες και δυο πυροβόλα, πρώτοι εισελθόντες εις Πεστά. Εις όλας τας επιθέσεις κατά του Μπιζανίου, έλαβον μέρος. Η νίκη της 5ης Δεκεμβρίου 1912, ήτις έκρινε την τύχη του δεξιού μετώπου, οφείλεται εις την ιδικήν των αυτοθυσίαν.
     




Διότι αντιμετωπίσαντες τον εχθρόν προ των συρματοπλεγμάτων του τρομερού φρουρίου, έδωσαν καιρόν εις τα όπισθεν ημών στρατεύματα να ανασυνταχθούν και να αμυνθούν κατ’ αυτού. Η 21η Φεβρουαρίου 1913, ημέρα παραδόσεως του Μπιζανίου, εύρεν αυτούς απέναντί του και εις απόστασιν 200 μόλις μέτρων. Αλλά και το έγγραφον της παραδόσεως των Ιωαννίνων κατετέθη εις χείρας των και δι αυτών, μετεβιβάσθη εις Γενικόν Αρχηγείον… Εις τον Δεύτερον Βαλκανικόν Πόλεμον… διέτρεξαν μέγα μέρος της Μακεδονίας και της Θράκης… έφθασαν νικηταί μέχρι της Ροδόπης και πέραν του Νευροκοπίου… Αι απώλειαι του Λόχου Κρητών Φοιτητών εις νεκρούς, τραυματίας και θανόντας εκ των κακουχιών του πολέμου, υπερέβησαν τους 160 εκ των 250 που απετέλουν αρχικώς το σύνολον”.


Το Μπιζάνι θεωρούνταν από τα καλύτερα οχυρά της Ευρώπης. Οι εργασίες της οχύρωσης είχαν γίνει με την επίβλεψη Γερμανών αξιωματικών και το φρούριο θεωρούνταν απόρθητο. Ήταν φυσικό λοιπόν να γίνει η κατάληψή του αφού αποτελούσε στρατηγικό στόχο, αλλά έγινε με μεγάλες ανθρώπινες θυσίες και αίμα.
      

Οι Τούρκοι ήταν καλά οχυρωμένοι σε άριστα προστατευόμενες θέσεις, που υποστηρίζονταν από πυροβολικό προικισμένο με σύγχρονα πυροβόλα. Οι ελληνικές δυνάμεις δεν διέθεταν ανάλογο πυροβολικό, ούτε είχαν οχυρωματικές προφυλάξεις. Ο ηρωισμός και το πύρωμα καρδιάς ήταν τα σημαντικότερα εφόδια. Ήταν αρκετά αυτά, αλλά ανεπαρκή για την προστασία τους από τις λυσσώδεις επιθέσεις των Τούρκων, κάτω από τις πιο δυσμενείς συνθήκες ενός πολέμου. Η λέξη υποχώρηση ήταν άγνωστη, αλλά η κατάληψη του φρουρίου πληρώθηκε ακριβά. Ο Ιερολοχίτης Κ. Καπιδάκης σημειώνει: “Εκ των 1.400 ανδρών του Τάγματος εις το οποίον είχε ενταχθεί ο Λόχος φοιτητών, έμειναν ζώντες 567”. Οι υπόλοιποι είχαν πέσει στο πεδίο της επικής αυτής μάχης.

Σε άρθρο του ο Ιταλός ανταποκριτής Μαγκρίνη θα γράψει μεταξύ των άλλων για το Μπιζάνι: …”Η θέση Μάντρα κείται ανατολικώς του Μπιζανίου και εις απόστασιν 500 – 600 μέτρων του φρουρίου… Την θέσιν τούτην κατέλαβον ο Λόχος των Κρητών Φοιτητών του Ανεξαρτήτου Κρητικού Συντάγματος υπό την ηγεσίαν του Ταγματάρχου Στ. Ρήγα, βαρέως πληγωθέντος τότε και του αυτόθι πεσόντος Υπολοχαγού Σαλταμπάση την 3ην Δεκεμβρίου δια της λόγχης, εκ δε των 1.370 του όλου τάγματος έμειναν αβλαβείς μόνο 457, οι δε λοιποί ετέθησαν εκτός μάχης. Διήρκησε δε η μάχη επί 7 συνεχή ημερονύχτια. Εν τούτοις οι ολίγοι μείναντες επολέμησαν όπου έμειναν τόσοι, όσοι δεν ήρκουν όπως έκαστος αυτών φέρει επί της ράχεως του και έναν τραυματία ή νεκρόν κατά την τελευταίαν ημέρα της επιθέσεως, ότε έμειναν άνευ αξιωματικού ή υπαξιωματικού πεσόντων και τούτων”.
    

Το Σύνταγμα Κρητών πήρε μέρος στις μάχες στα Πέντε Πηγάδια, στην κατάληψη των Πεστών, όπου έδρασε ο Λόχος των Φοιτητών της Κρήτης. Πήρε επίσης μέρος στις επιχειρήσεις της Αετορράχης και Μανωλιάσσας και στην επική επίθεση και κατάληψη των Ιωαννίνων.
Το πρωτόκολλο μάλιστα παράδοσης της πόλης δόθηκε στο Λόχο των Κρητών Φοιτητών, που βρισκόταν στην πρώτη γραμμή. Με την πτώση και του Μπιζανίου το Κρητικό Σύνταγμα προήλασε μέχρι το Αργυρόκαστρο, την Πρεμετή και την Κορυτσά.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου