Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

Η Πλατυτέρα των ουρανών, Φως του ελληνισμού και της λαικής παράδοσης



«μακρινή μητέρα
ρόδο μου αμάραντο…»
Της ελληνικής ποίησης,
«Παναγιά»
της λαικής μας παράδοσης.


Η «ψυχή» της ιστορίας ενός λαού, τα βαθιά ριζωμένα βιώματά του, οι αγωνίες
του, οι χαρές του, τα οράματά του, οι μεγάλες συγκινήσεις του και αγωνιστικές εντάσεις του, με δύο λόγια η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ της ιστορικής του υπόστασης και οι πνευματικές του εξάρσεις, όλα αυτά, καταγράφονται και απεικονίζονται, σαν ανεξίτηλες χαρακιές, στην Τέχνη αυτού του λαού, ιδιαίτερα στη Λογοτεχνία, τη Ζωγραφική, την Ποίηση, τη Μουσική, το Δημοτικό Τραγούδι…

Ο πολιτιστικός και καλλιτεχνικός πλούτος της ελληνικής κοινωνίας κλείνει μέσα του το χώνεμα των διανοητικών και συναισθηματικών στοιχείων της εθνικής και κοινωνικής μας διαμόρφωσης και υπόστασης. Κλείνει μέσα του την αγωνιστική ελληνική «ψυχή», την ευαισθησία του λαού μας και την ενεργοποιημένη ευαισθησία που είναι οι συγκινήσεις του λαού μας.

Σε όλα αυτά τα βαθιά ιστορικά μας ριζωμένα βιώματα δεσπόζουσα θέση έχει το Ορθόδοξο φρόνημα…

Το Ορθόδοξο, θρησκευτικό ιδεώδες είναι χαραγμένο βαθιά στο ιστορικό μας γίγνεσθαι, διαπερνάει, σαν κόκκινη κλωστή, την ελληνική «ψυχή», ενέπνευσε αριστουργήματα στην Τέχνη και απεικονίζεται, καθαρά στις καλλιτεχνικές μορφές της ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ μας ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ: Στη Λογοτεχνία, στη ζωγραφική, στην αρχιτεκτονική, στη μουσική κ.λπ…

Η Παναγία είναι το «φως που καίει» την ελληνική «ψυχή», η «φλογέρα», θα μπορούσαμε να πούμε, της μουσικής και του τραγουδιού της ελληνικής «ψυχής».

Να γιατί η Ορθοδοξία βρίσκεται στο στόχαστρο της Νέας Τάξης, των ανδρεικέλων της και έμμισθων γενιτσάρων της: Είναι βαθιά ριζωμένη μέσα στα βάθη της ελληνικής «ψυχής», είναι φως που διαπερνάει και καίει όλες τις ΜΟΡΦΕΣ του ιστορικού μας γίγνεσθαι, «φλογέρα» των μεγάλων δημιουργών μας…

Η Νέα Τάξη και οι υπηρέτες της θέλουν να ξεριζώσουν την ψυχή μας: Την Ιστορία μας, την Τέχνη μας, το τραγούδι μας, τη Μουσική μας, το Πνεύμα μας, συνακόλουθα και τη «φλογέρα» όλων αυτών: Το Ορθόδοξο ιδεώδες και φρόνημά μας…

Πώς, όμως, μπορείς να εξοντώσεις αυτό το Ορθόδοξο φρόνημα, όταν τα ιερά του πρόσωπα αποτελούν τη μούσα του δημοτικού μας τραγουδιού και τον εμπνευστή μεγάλων «τεράτων» της Τέχνης;

Όχι δεν μπορείς. Καμία δύναμη δεν μπορεί, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των νάνων λακέδων τους, τύπου Τατσόπουλου και CIA…

Καμία δύναμη δεν μπορεί να σβήσει το φως της Παναγίας που φλογίζει τα έργα μεγάλων δημιουργών μας, το σύνολο σχεδόν των μεγάλων ποιητών μας…
Της Παναγιάς που ύμνησε η λαική μας μούσα.

Ενδεικτικά μόνο θα παραθέσουμε τα παρακάτω:
 


Από λαική μας παράδοση θα θυμηθούμε την Κρητική μαντινάδα
«Όντε περνώ και σε θωρώ
στο παραθύρι απάνω
θαρρώ πως είσαι Παναγια
και το σταυρό μου κάνω
»
Ταυτίζοντας εδώ η λαική μας μούσα την ομορφιά, με το θείον.

«Ποιος μπηκε μεσα σε Εκκλησια
χωρις να γονατισει
κι απο την Κορη του ουρανου
χαρη να μην ζητησει»

«Γονατιστη παρακαλω
να σε γι αυτον ασπιδα
και τα σκοτάδια σαν περνά
να γινεσαι αχτιδα»

Αλλά αν συνεχίσομε τις αναφορές της λαικής μας παράδοσης στην πίστη του λαού στην Πλατυτέρα των ουρανών θεία μητέρα, δεν τελειώνουμε, οπότε θα χρειαστούμε σε ένα άλλο άρθρο μας προσεχώς, να αναφερθούμε την Μητέρα των ουρανών, μέσα από τους πολιτισμικούς κώδικες της λαικής μας παράδοσης.
Ας δούμε μέσα από τα ελάχιστα δείγματα γραφής, οι ποιητές μας πως αναφέρονται στην Παναγιά.

Κωστής Παλαμάς
"Φλογέρα του Βασιλιά"  
 


«Μοναχική, ξαρμάτωτη κι απάνω εδώ αραγμένη
μακριάθε, ανέγγιχτη, άχαρη και σαν πνιγμένη μέσα
σ’ ένα φακιόλι κόκκινο, σ’ ένα μαντό γεράνιο
χωρίς κοντάρι και σκουτάρι, ουδέ γοργόνειο σκιάχτρο
μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά, το χέρι στην καρδιά της,
μια σιταράτη, μια γλυκειά, μια ταπεινή σα χήρα
σαν κουρασμένη, σα φτωχιά, σαν έρμη, σαν κλαϋμένη,
μηδέ κοντή, μηδέ ψηλή, μα σα να βρίσκεται όλο
σε ψήλωμα που ξετυλιέται, αγάλια, αγάλια, θάμα.
Μόνο άπλωνε τα χέρια της κι όσοι μπροστά της πέφταν
και κάτω από το χέρι της γονατιστοί λυγίζαν,
μόνο η ματιά της κοίταζε κάτω απ’ τη ματιά της
μάρμαρα ανθρώπων και θεοί ραγίζανε και λιώναν...»


Οδυσσέας Ελύτης
Το Άξιον Εστί. ι΄ (Tης αγάπης αίματα με πορφύρωσαν)
 


Της αγάπης αίματα
με πορφύρωσαν
και χαρές ανείδωτες
με σκιάσανε
οξειδώθηκα μες στη νοτιά
των ανθρώπων
μακρινή μητέρα
ρόδο μου αμάραντο
Στ’ ανοιχτά του πέλαγου
με καρτέρεσαν
με μπομπάρδες τρικάταρτες
και μου ρίξανε
αμαρτία μου να ‘χα κι εγώ
μιαν αγάπη
μακρινή μητέρα
ρόδο μου αμάραντο
Τον Ιούλιο κάποτε
μισανοίξανε
τα μεγάλα μάτια της
μες στα σπλάχνα μου
την παρθένα ζωή μια στιγμή
να φωτίσουν
μακρινή μητέρα
ρόδο μου αμάραντο
μακρινή μητέρα
ρόδο μου αμάραντο

Κώστας Βάρναλης
«Οι πόνοι της Παναγιάς»
 

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.
Συ θα ‘χεις μάτια γαλανά, θα ‘χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή και από κακό καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης
Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ’ υστέρα απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι…
Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σου χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μη την πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.
Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
- Ω! πώς βελαζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσιο…-
Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
«Στην Παναγία την Κουνίστρα»
 

Ε
ς λην τν Χριστιανοσύνη
μία ε
ναι μόνη Παναγία, γνή:
Κόρη παιδίσκη,
γία τν γίων,
χωρ
ς Χριστν παιδ στ χέρια
κα
τρεφομένη μ γγέλων ρτον.
Κι
σύ, σως μόνη σύ, Παναγία Κουνίστρα,
Κουνίστρα σύ•
φανερώθη στς Σκιάθου τ νησί,
ε
ς δένδρον πεύκου πάνω καθισμένη
κι
κινετο π αώραν τερπνήν,
πως α κορασίδες συνηθίζουν,
κι
μπρός της καιεν κοίμητος κανδήλα.
Κι
φανερώθη, κι λος λας
μετ
θυμιαμάτων κα λαμπάδων
ν θεί λιτανεί τν προέπεμψε,
κι
κτίσθη τότε ραος ναΐσκος λευκς
μ
μάρμαρα, κι στολίσθη μ πιατάκια,
ραία λληνικ πιατάκια, το θνους το κλεκτο
κι
λος λιος λαμπε τν ναόν της
κι
λα τ στέρια τν φεγγοβόλουν
κα
σελήνη τν λαμπε γλυκά.
Κι ε
δεν Κόρη το λαο τν πίστιν,
ε
δε κα τν πτωχείαν κι σπλαχνίσθη,
πως τ πάλαι Υός της τος εχε σπλαχνισθ,
ς πρόβατα μ χοντα ποιμένα.
Κι
ρχισε ν γιατρεύει τος ρρώστους,
άτρευσε κα τος δαιμονισμένους,
πο
ταράττοντο φοβερά, μα πλησίαζον ατήν.
Ε
ς δυ χονδρος κρίκους, ες τν τοχον μπηγμένους,
το
ς δεναν μ λυσσίδες διπλές.
Κα
φευγαν τ δαιμόνια μ τρόμον
στ
ν χάριν τς πανάγνου Κόρης
μ
τν νηστείαν κα τν προσευχήν.
Κι
να δαιμόνιον πεσμον, ργίλον,
καθ
ς φυγαδεύθη μ κρότον πολύν,
σπασε δυ κυπαρισσιν τς κορυφάς,
ξω το ναο, πειδ δν εχε παραχώρησιν
ν
κάμει λλο μεγαλείτερον κακόν.
χάρις σου, το ερο σου ερήνη,
Παναγία, Κουνίστρα μου καλή,
α
τ ν διανέμει τν γαλήνη
ε
ς τν ψυχή μου τν μαρτωλή


Άγγελος Σικελιανός
«Παρηγορήτισσαν»
  

Παρθένα μάννα, του στρατού σου ασπίδα,
των πρώϊμων μυγδαλιών θα ρεψ’ η ελπίδα,
στους βωμούς της Ηπείρου, οπού φλογίζουν;
Παρθένα μάννα, εσώθη το φεγγάρι,
που φώταε τη μεγάλη σου χάρη
κι’ οι αρματωμένοι τους ναούς φροντίζουν.
Σε ρημοκκλήσια, οπού μια φλόγα τρέμει
του χλωμού καντηλιού σου και οι ανέμοι
κι’ η βροχή παραδέρνουν ναν τη σβύσουν
κι’ οι λαβωμένοι, βογγούν για τα χάδια,
τα δροσοπάροχά σου, στα σκοτάδια,
μεταλαβή τους πριν να ξεψυχήσουν.
Κυρά, που δρόσο ερίχναν τα μαλλιά σου,
να κοιμηθή η σκλαβιά στην αγκαλιά σου,
οπού μπροστά σου όση είναι δάφνη στέκει
κι’ όσο λιβάνι για τα γόνατά σου
κι’ απ’ την παρηγορήτραν ομορφιά σου
παίρνει όση χάρη έχει το τουφέκι.
Που τα βαθειά Γιαννιώτικα περβόλια
μοσκοβολάν για τη δική σου ανάσα,
που τάμα σου χρυσώνανε τα βόλια,
κι’ η έρμη πολιτεία σου ετάχτη πάσα
σα νύφη και σα χήρα, οπού τη δόλια,
μοίρα της σκέπει σε καλόγριας ράσα,
άπλωσ’ τα χέρια στο χαμό κι’ ας γύρει
η χάρη σου, καθώς σε πανηγύρι,
Παντάνασσα, κι’ ας βρη το μονοπάτι,
πέρα απ’ το δρόμο, με κορμιά στρωμένο,
που περιμένει το συγυρισμένο,
για να σε πάει, στα Γιάννινα, άσπρον άτι!
Παρθένα μάννα, το πικρό ποτήρι
ως την στερνή τόπιαμε στάλα• δράμε
εκεί, που τα ίδια σπλάχνα σου ξεσκίζουν.
Άνοιξ’ το δρόμο, ακοίμητη, να πάμε
όπου τουφέκι και λιβανιστήρι.
Οι αρματωμένοι τους ναούς φροντίζουν!
Στο ναό σου, όλος να μπη ο στρατός σου, κάμε!



Πηγή resalto

Προσθήκες και σχόλια Βυζαντινός Αντίλαλος







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου