Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Περί θρησκείας

Μια ιστορία σαν παραμύθι, που ξεκινά με πολύ και βαθειά πίστη και τελειώνει με...πολύ χρήμα .


συντάκτης του άρθρου
Δημήτρης Κωνσταντινίδης

Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν ήταν ένας που τον έπεισε μια γυναίκα που την έπεισε ένα φίδι και δάγκωσε ένα μήλο 
και τους έκαναν έξωση γιατί το μήλο ήταν του σπιτονοικοκύρη και πολύ νευρίασε και βρέθηκαν στη γη κι έκαναν εκεί 2 παιδιά, όπου το ένα σκότωσε το άλλο κι άλλα παιδιά δεν έκαναν, κι άλλοι άνθρωποι δεν υπήρχαν αλλά και πάλι η ανθρωπότητα ξεκίνησε απ αυτούς… συμπέρασμα; Ο γιος πήγε με τη μάνα; κι αν έκανε κόρη η κόρη πήγε με τον πατέρα ή τον παππού της 
και έτσι ξεκίνησε η ιστορία της ανθρωπότητας…
Και μια μέρα ο Θεός έστειλε ένα παππούλη ψηλά σ ένα βουνό και του έδωσε

2 πλάκες με κάτι εντολές να τις τηρούμε για πάντα …και εννοείται ότι το κάνουμε:

  1. Εγώ ειμί ο Κύριος ο Θεός σου, ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού.
  2. Ου ποιήσεις σε αυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υπό κάτω της γης.
  3. Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω.
  4. Μνήσθητι την ημέραν του Σαββάτου αγιάζειν αυτήν, εξ ημέρας εργά και ποιήσεις πάντα τα έργα σου, τη δε εβδόμη Σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου.
  5. Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης.
  6. Ου φονεύσεις.
  7. Ου μοιχεύσεις.
  8. Ου κλέψεις.
  9. Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή.
  10. Ουκ επιθυμήσεις πάντα όσα τω πλησίον σου εστί.
Μετά από χιλιάδες χρόνια έγιναν τηλεοπτική σειρά σε κάποιο ελληνικό κανάλι με μεγάλη επιτυχία.



Κι ήρθε πολλά πολλά χρόνια αργότερα αφού είχαμε γίνει πολλοί, μα πάρα πολλοί, μια μέρα που εκείνος που μας πέταξε από την Εδέμ νευρίασε με τα αίσχη σε 2 πόλεις τα Σόδομα και τα Γόμορρα, – με καμία άλλη πόλη, όλες οι άλλες πόλεις ήταν γεμάτες καλούς ανθρώπους -, αλλά αποφάσισε να τους πνίξει όλους στη Γη… ΛΟΓΙΚΟ… και είπε σ έναν πολύ καλό κυριούλη να φτιάξει μια βάρκα, πολύ μεγάλη βάρκα και να βάλει μέσα όλα τα ζώα της γης (που παρεμπιπτόντως τα ζώα δάγκωσαν κι αυτά το μήλο και ήρθαν ως τιμωρία στη γη;) και την οικογένεια του, και ήρθε μια βροχή που κράτησε 40 μέρες και 40 νύχτες και πλημμύρισε η γη και χάθηκαν τα βουνά και πνίγηκαν όλοι, εκτός απ αυτούς που ήταν στο πλοίο, και πέρασαν μέρες και μέρες και εβδομάδες και ο κύριος αυτός έστειλε ένα κοράκι να δει αν υπάρχει στεριά και το κοράκι δεν γύρισε ποτέ (κι αν στο πλοίο ήταν ένα ζευγάρι από το κάθε ζώο και το ένα κοράκι χάθηκε πως έχουμε ακόμα κοράκια; ) και τέλος πάντων να μη λέμε πολλά ένα περιστέρι έφερε ένα κλαδί ελιάς και βρήκαν στεριά…και τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία.

Αλλά για κάτσε σώθηκε μόνο μια οικογένεια έτσι; Άρα πάλι από την αρχή…αδέλφια με ξαδέλφια, προφανώς έκαναν οικογένειες και γίναμε πολλοί και πάλι…ουφ ευτυχώς.
Μα σκέπτομαι από την άλλη ότι λίγο παλιότερα κάτι άνθρωποι χτίζαν έναν ψηλό πύργο για να φτάσουν τον ουρανό και ο Θεός τους καταράστηκε κι άρχισαν να μιλάνε αλαμπουρνέζικα, μα μετά τον κατακλυσμό δεν θα έπρεπε να μιλάμε πάλι μόνο μια γλώσσα, ή κάνω κάποιο λάθος;
Και προφανώς ήταν της ίδιας φυλής αλλά κάποια μάλλον έκανε πολύ ηλιοθεραπεία στο πλοίο και μαύρισε αλλά δεν ήταν η Ντονατέλα Βερσάτσε μια άλλη ήταν, και αυτό το μαύρισμα έμεινε και βγήκαν έτσι και τα παιδιά της κι ένας άλλος έπαθε ίκτερο και κιτρίνισε και πέρασε από κάτι κλαδιά και του σκίσανε τα μάτια και τα παιδιά του βγήκαν έτσι… είναι η πιο λογική άμεση εξέλιξη των ειδών που μπορώ να σκεφτώ, σχωράτε με… γιατί εγώ δεν πιστεύω τους τσαρλατάνους τους επιστήμονες.
Ξεχάστηκε λοιπόν το θέμα, στέγνωσε και η γη, βγάλανε τις γαλότσες, ζήσανε την ζωή τους, χτιστήκανε αυτοκρατορίες, έρχεται μια μέρα που πάει ένας με φτερά και δίνει σε μια κυρία ένα κρίνο… (ο κρίνος έχει μεγάλο κοτσάνι) και της λέει μύρισε… κι έτσι γεννήθηκε ένα παιδί και στη γέννα του πήγαν 3 μάγοι και ο γάιδαρος ο Ιωσήφ δεν τους έδωσε ούτε ένα πούρο, ενώ αυτοί πήγαν δώρα …και κάπου εδώ ξεκινά η μεγάλη ιστορία του Χριστιανισμού γιατί αυτό το αγόρι ήταν ο γιος του Θεού.
Και μεγαλώνοντας έκανε πράματα και θάματα, περπάτησε στο νερό, έκανε τυφλούς να δουν, νεκρούς ν αναστηθούν, θεράπευε λεπρούς και βρήκε κάποιους που τον πίστεψαν, αλλά μερικοί άλλοι δεν χαμπαριάσανε μιας και δεν τους έκανε εντύπωση όλο αυτό, γιατί παίζανε ηλεκτρονικά στον υπολογιστή και δεν τους ένοιαξε… και τέλος πάντων έγινε ένας χαμός μ’ όλο αυτό και τον σταύρωσαν κι εγώ λυπήθηκα πολύ είναι η αλήθεια, αλλά ευτυχώς μετά πήρα αυτό το μενταγιόν με το ξύλο του τίμιου σταυρού που το πουλάνε μετά από περίπου 1980 χρόνια (αν υπολογίζω σωστά την χρονιά γέννησης και θανάτου ) και έχω έτσι να προσεύχομαι…
Μετά όμως αγρίεψαν τα πράγματα, πλησίαζε ο μεσαίωνας και ήρθε το σκοτάδι και σε μερικούς κόπηκε το γέλιο, γιατί για κάποια χρόνια τους Χριστιανούς τους κυνήγησαν άγρια και τους σκότωναν και τους έριχναν στα λιοντάρια, αλλά μετά απέκτησαν δύναμη, μεγάλη δύναμη, κι αποφάσισαν να δείξουν ποιος έχει το πάνω χέρι κι άρχισαν να καίνε γυναίκες επειδή ήταν μάγισσες και να σκοτώνουν ανθρώπους με το έτσι θέλω, μετά την ιερά εξέταση γιατί δεν πήγαιναν με τα νερά τους και τους έκαιγαν το χέρι κι αν δεν γινόταν καλά άμεσα ήταν αμαρτωλοί και τους θανάτωναν…
Κι έκτισαν μεγάλες εκκλησιές με τρομακτικά τέρατα απ έξω, να φοβίζουν τον κόσμο και να τρέχει μέσα να κρυφτεί απ το κακό, και γαλήνευε η ψυχή του με τα ωραία βιτρό των αγίων και του θεού που ήταν εκεί γι’ αυτούς πάντα κι αν είχαν αμαρτίες πολλές, δεν βαριέσαι πλήρωναν κάτι παραπάνω κι έπαιρναν ένα χαρτί που έλεγε ότι όλα είναι καλά και συνέχιζαν την ζωή τους κι αυτά τα λεφτά γινόταν χρυσά αγάλματα και μεγαλύτερες εκκλησίες κι αυτοί που υπηρετούσαν τον Θεό άρχισαν να παχαίνουν, γιατί μάλλον ρουφούσαν στην εξομολόγηση αμαρτίες και είχαν δυσανεξία και τουμπάνιαζαν, αλλά δεν έτρωγαν τίποτα τα δίναν όλα στο φτωχό λαό…

Κι αργότερα αποφάσισαν να βρουν εκείνο το ένα ποτήρι που είχε πιει ο Χριστός την ημέρα που τον έπιασαν και μαζεύτηκαν πολλοί και πήγαν στην Ιερουσαλήμ να ψάξουν, όχι με μεγεθυντικούς φακούς και κάπα αλλά με πανοπλίες που είχαν πάνω ένα σταυρό και σπαθιά και έγιναν τρομακτικές σφαγές και χύθηκε αίμα, στο όνομα εκείνου που θεράπευε τυφλούς και άφησε να τον σταυρώσουν, αλλά το ποτήρι δεν το βρήκαν ποτέ κι έμειναν με το γινάτι και είπαν να μείνουν λίγο παραπάνω στην περιοχή για κάποια χρόνια.
Κάποια στιγμή λοιπόν στο παραμύθι μας, δυο παπάδες μάλωσαν και χώρισαν τα τσανάκια τους γιατί ο ένας ήθελε να τον λένε Πάπα και τον άλλον παπά, και ο ένας πήγε κι έμεινε στην Κωνσταντινούπολη να κλάψει κι έβαλε μαύρα από τη θλίψη, ενώ ο άλλος χάρηκε κι έβαλε τα γιορτινά κόκκινα και λευκά κι έκτισε μεγαλύτερες εκκλησίες να του μπει στο μάτι του άλλου.
Μα και οι δυο έλεγαν το ίδιο παραμύθι. Και οι κύριοι χαμογελούσαν και άπλωναν το χέρι να τους δώσεις (μ’ εκείνες τις μακριές φορεσιές που φουσκώνουν, που δεν ξέρεις αν είναι κοιλιά ή κάποιος νεαρός στα γόνατα)… ότι είχες άμα είχες δυο παλτό, ας πούμε, να δώσεις το ένα και έκτισαν ολόκληρες αυτοκρατορίες από χρυσάφι και ‘βάλαν πόρτες βαριές και μέσα πάχαιναν, ενώ έξω από την πόρτα ο κόσμος πεινούσε κι όσο πεινούσε, τόσο περισσότερο έδινε και ανέβαινε, σούρνωντας σ’ εκκλησιές για να πιάσει η προσευχή.

Και ξέρω πως θα έδιναν ό,τι είχαν, όπως τότε που έλιωσαν τα χρυσάφια το ’21 να τα κάνουν νομίσματα να πάρουμε όπλα, έτσι και τώρα για να βγούμε από το ΔΝΤ, αλλά τους πετύχαμε σε δύσκολη στιγμή, γιατί τα χάλασαν για ν αγοράσουν μια λίμνη και μετά δεν είχαν να δώσουν μιας και τα μαζεύουν σπυρί, σπυρί, για ν’ αγοράσουν τον δίσκο του Γαϊτάνου το Πάσχα.
Πολύ σιωπή όμως πίσω από τις πύλες, όπου παλιά ακούγονταν ανέκδοτα – ίσως είναι στα τέσσερα να προσεύχονται… (μην πάει αλλού ο νους σας, το σεξ είναι του διαόλου…) προσεύχονται, ναι, να σβήσει η φωτιά στο άγιο Όρος, και τώρα 15αυγουστος πάλι θ ανεβαίνουν στα γόνατα, σκαλί, σκαλί για την ανάγκη του θείου που μας έχει κοστίσει αίμα και χρήμα τόσες χιλιάδες χρόνια, και σκέφτομαι ότι το Σύνταγμα ήθελαν να το κάψουν, την εκκλησία ουδείς, πόσο μεγάλος αυτός ο φόβος για τα ιερά που μας κλέβει ασύστολα; Κάτι κάνουν σωστά…

και ζουν αυτοί καλά μα εμείς όχι καλύτερα.
Και για να κλείσει το παραμύθι φυσικά υπάρχουν και εξαιρέσεις, αλλά δυστυχώς δεν είναι ο κανόνας, και την Ελλάδα την ένωνε η θρησκεία της, την έφερνε πιο κοντά, μα τα βλέπω όλα αυτά να χάνονται να εξευτελίζονται, γιατί κι αν έχουμε λόγους να πιστεύουμε κάπου, οι αντιπρόσωποι του θεού δεν είναι αυτό που θα σου φέρει γαλήνη… όμως δεν βλέπω και σύννεφα να μαζεύονται έτοιμα να βρέξουν για 40 μέρες και νύχτες να μας πνίξουν. Μάλλον είμαστε άγιοι από τότε και κανένα κακό δεν συμβαίνει.
Ο θεός ας μας βοηθά.
ΑΜΗΝ.                                                                                      

                                                                                              Πηγή  maga.gr




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου